Τετάρτη 31 Αυγούστου 2016

Ούτε οργασμό δεν ξέρει να προσποιηθεί!

Ήταν ό,τι χειρότερο μου έτυχε σε γυναίκα!
Μόλις είχε γυρίσει απ' τις καλοκαιρινές διακοπές της και μου περιέγραφε πώς τα πέρασε στο κάμπινγκ της Αντιπάρου.
"Σκότωσα κι ένα φίδι!", μου είπε ενθουσιασμένη.
"Πώς στην ευχή το σκότωσες?"
Κι άρχισε να μου αναλύει με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια πώς πήρε το φτυάρι, πώς του έκοψε πρώτα το κεφάλι και γενικά πώς έδωσε τη "μεγάλη μάχη"!
Ε, αυτό ήταν. Εκείνο το βράδυ δε μου σηκωνόταν με τίποτα! Γιατί η δεσποινίς είχε παραβιάσει τη βασικότερη αρχή του "πεϊκού κώδικα": όταν η γυναίκα συμπεριφέρεται υπερβολικά ως Ταρζάν, ο άντρας θα νιώθει σαν Τζέιν!
Και να πεις πως δεν την είχα προειδοποιήσει? Οι εντολές μου ήταν ξεκάθαρες: μπροστά σε μένα απαγορεύεται να σκοτώνεις μαμούνια, ν' αλλάζεις λάστιχα αυτοκινήτου και λάμπες στα δωμάτια!
Της είχα πει ακόμη να μην φορέσει ποτέ παντελόνια. Και κυρίως να μην τολμήσει να φορέσει ποτέ το δικό μου παντελόνι κι ας της πήγαινε τέλεια στο κορμί.
Μόλις δω γυναίκα να φοράει το παντελόνι μου κάτι παθαίνω. Το βλέπω κάπως ανταγωνιστικά. Γίνεται αντίπαλός μου! 
Ε, εκείνη κάθε τρεις και λίγο με το ξαβαμμένο τζινάκι μου έβγαινε για ψώνια ή καφέ...
Επίσης της είχα πει όταν αναφέρεται σε μένα να χρησιμοποιεί πάντα τη λέξη "καλύτερος" ή "καλυτερότερος". 
Ακόμα και φιστίκια να τρώω, εκείνη έπρεπε να μου λέει: "Αγάπη μου, πόσο καλά το κάνεις. Δεν έχω ξαναδεί άντρα να τρώει τόσο υπέροχα τα φιστίκια. Είσαι ο καλυτερότερος"!
Ε, εγώ το είπα, εγώ το άκουσα. Η λέξη "καλύτερος" δεν βγήκε ποτέ απ' το στόμα της...
Της έχω πει ακόμα να μην με υποτιμά και να μην με διορθώνει.
Π.χ. κρεμάω έναν πίνακα στον τοίχο. Είναι ανάγκη να μου πεις "θεόστραβα τον έβαλες"? 
Οι σωστές γυναίκες λένε "τέλεια το έκανες" και μόλις ο άντρας βγει απ' το δωμάτιο τον ισιώνουν μόνες τους.
Αφήνουν τον άντρα να μαστορέψει τα ηλεκτρικά και τα υδραυλικά, να τα κάνει όλα μπουρδέλο, τον χειροκροτούν, κι όταν με το καλό πάει γήπεδο να δει τον γαύρο φωνάζουν τον ηλεκτρολόγο και τον υδραυλικό να τα σουλουπώσει....
Καμία νορμάλ γυναίκα δεν λέει στον άντρα της "έλα μαζί μου για ψώνια στην Ερμού". Όλες οι σημερινές γκόμενες έχουν ξυπνήσει και σου λένε: "σε παρακαλώ, έλα μαζί μου, εκεί έξω κυκλοφορούν ένα σορό ανώμαλοι και επικίνδυνοι τύποι. Μαζί σου νιώθω ασφάλεια"!
Τα νέα κορίτσια έχουν καταλάβει πόσο μαλακισμένη μαϊμού είναι ο άντρας και τον παίζουν στα δάχτυλα.
Τις ακούς να σου λένε: "άνοιξέ μου σε παρακαλώ το βαζάκι της μαγιονέζας", "κατέβασε το φερμουάρ του φορέματος", "πάρκαρέ μου το αμάξι", "μετακίνησε πιο δεξιά αυτό το τραπεζάκι". 
Κι όταν εσύ το κάνεις σε κοιτάνε δήθεν με θαυμασμό και σου λένε "ω, πόσο δυνατός και τέλειος είσαι, πώς μπόρεσες να το μετακινήσεις?".
Κι εσύ ο μάλαξ φουσκώνεις σαν γαλοπούλα.
Αλλά εμένα ούτε αυτά δεν μου 'κανε η δικιά μου!
Το χειρότερο είναι πως δεν ξέρει ούτε να προσποιηθεί οργασμό!
Πριν καν της τον χώσω αρχίζει να πιπιλάει το δαχτυλάκι της, να χτυπάει σφαλιάρες το μαξιλάρι, να προσπαθεί να σκίσει το σεντόνι, να στριγκλίζει και να ρωτάει "ποιανού είν' αυτό το παλούκι πουτσαρά μου?".
Άι σιχτίρ πιά!

Κυριακή 28 Αυγούστου 2016

"Ημερολόγιο λιποταξίας" (102) - Οι δογματικοί φανατισμοί διέλυσαν το Ρωμαίικο!

Κρίσιμη καμπή της αρμένικης ιστορίας ήταν η λεγόμενη "Δ’ Οικουμενική Σύνοδος" που έγινε το 451 μ.Χ. στη Χαλκιδώνα.
Η Σύνοδος αυτή, όπως και η εικονόφιλη Εβδόμη, ήταν καθαρά αυτοκτονικές. Η απόρριψη του μονοφυσιτισμού και της εικονομαχίας, εκτός από ανόητες θεολογικά επιλογές, ήταν και πολιτικά αυτοκαταστροφικές. Το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος ήρθε σε σύγκρουση με τους δυναμικότερους υπηκόους του. Και έμεινε με τους καλογέρους στο χέρι, που λένε...
Τη Σύνοδο στη Χαλκηδώνα συγκάλεσε ένας ιλλυρικής καταγωγής αυτοκράτορας, ο Μαρκιανός, μια προσωπικότητα πολύ μισητή για τους Αρμένηδες που εκείνη την εποχή πολεμούσαν μόνοι και αβοήθητοι τους Πέρσες στο Αβασαϊρ. Έκαναν έκκληση στον Μαρκιανό για βοήθεια, κι εκείνος ο ελεεινός όχι μόνο αρνήθηκε αλλά ουσιαστικά τους πρόδωσε κάνοντας πλάτες στον Πέρση Βασιλιά Εσδιγκέρ Β’.
Αυτός ο τρισάθλιος Ρωμαίος αυτοκρατορας μάζεψε στη Χαλκιδώνα 636 επισκόπους που καταδίκασαν, οι βλάσφημοι, τον μονοφυσιτισμό.
Οι Αρμένιοι ποτέ δεν δέχθηκαν τις αποφάσεις αυτής της Συνόδου. Κι όταν ο Σλάβος Ιουστινιανός ("Ουτπράβα" ήταν το κανονικό του όνομα) συγκάλεσε νέα αντιμονοφυσίτικη Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, οι Αρμένιοι αντέδρασαν άμεσα συγκαλώντας δικιά τους Σύνοδο Επισκόπων το 554 μ.Χ. που απέρριψε οριστικά τη δυφυσίτικη θεολογία.
Το 651 μ.Χ. ο Ρωμαίος αυτοκράτωρας Κώνστας Β’, ένας απ’ τους πολλούς Αρμένιους εξωμότες που έγιναν κολαούζοι του ρωμαϊκού ιμπεριαλισμού, εισέβαλε στην Αρμενία με 100.000 στρατό και υποχρέωσε τους συμπατριώτες του να ομολογήσουν πίστη "στις δύο φύσεις". 
Φυσικά, μόλις ο στρατός απομακρύνθηκε, επέστρεψαν κι οι Αρμένηδες στη σωστή τους πίστη.
Με κάτι τέτοια γκρεμίστηκε το κύρος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και καλλιεργήθηκε στις ψυχές των Αρμενίων μια ψυχρότητα, αποστροφή και μίσος για κάθε ρωμέικο.
Ένας πατριάρχης τους, στις αρχές του 7ου αιώνα, συμβούλευε: "Καμιά σχέση με τους Ρωμαίους που προσκύνησαν τη Χαλκιδώνα. Μην πάρετε από τα χέρια τους ούτε βιβλίο ούτε εικόνα ούτε πρόσφορο"...
Επόμενο ήταν όταν εισέβαλε στον Καύκασο ο Τούρκος Σουλτάνος Αρπ Ασλάν να βρει τον δρόμο ορθάνοιχτο. Ο Ρωμαίος αυοκράτορας Ρωμανός βγήκε να τους πολεμήσει στ’ αρμένικα εδάφη, στα Μανάζκερτα (Μάτζικερτ), κοντά στη λίμνη Βαν. 
Ο Ρωμανός ήταν μισός Αρμένης και μισός Βούλγαρος. Γι’ αυτό κι οι Αρμένιοι τον λένε "Ντιουζέν", δηλαδή "Διγενή". 
Όλοι γνωρίζουμε για την κρίσμη μάχη του 1071 μ.Χ., την ήττα των Ρωμαίων του Διογένη, την αιχμαλωσία του, την απελευθέρωσή του με καταβολή λίτρων και την τύφλωσή του απ’ τους πολιτικούς αντιπάλους του στη Βασιλεύουσα.

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (Θ΄ - Μόνο ο διάβολος μπορεί να νικήσει το διάβολο!)


Διψάω για στοιχειωμένες γυναίκες!
Κυνηγάω την αγάπη σαν τη σκιά μου.
Πίνω μόνος μου μια έρημη νύχτα. Κι αναρωτιέμαι αν ο πόνος του χωρισμού είναι πάντα αβάσταχτος...
Όταν τη γνώρισα δεν ήταν γυναίκα. Ήταν απλά η προσωποποίηση του κενού, της ματαίωσης, της απουσίας νοήματος.
Είχε στερητικό σύνδρομο. Πόνους ως το μεδούλι, μάτια να τρέχουν, στομάχι πέτρα, κόρες διεσταλμένες, διπλωμένη στα δύο. Τα κόκαλα πονούν ανυπόφορα, έρχονται ρίγη....
Έλλειπε η ερωτική επιθυμία.
Την κέρασα μια δόση. Ανακατεμένη μπεζ και άσπρη σκόνη. Όταν πέρασαν τα συμπτώματα, τα σώματά μας ενώθηκαν. Όχι από έρωτα αλλά από ανάγκη ανθρώπινης επικοινωνίας...
Με την ηρωίνη στην αρχή νομίζεις πως ζεις μια περιπέτεια, κάτι σαν επανάσταση. Αλλά δεν υπάρχει πιο μονότονη και συντηρητική ζωή απ’ του ηρωινομανή.
Το παρελθόν σου γίνεται εφιάλτης. Και το μέλλον φαίνεται τρομαχτικό. Η πρέζα άλλο δείχνει κι άλλο είναι. Γλυκιά στην αρχή αλλά μετά ... ατίμωση, ξεπεσμός, ξεφτίλα.
Το σώμα της στα χέρια μου αναρίγησε. Από πόθο, από μοναξιά; Ποιος ξέρει;
Όταν δεν είχε να πιεί άρχιζαν τα προβλήματα: ενοχές, βασανιστικά συναισθήματα.
Μου έλεγε ψέματα πως ήθελε να το κόψει.
Στην πραγματικότητα γούσταρε αυτή την κατάσταση!
Ήθελε ν’ απέχει απ’ τη ζωή, να ζει στο περιθώριο, να έχει επίπεδα συναισθήματα.
Έψαχνε ένα καταφύγιο αλλά πλήγωνε όσους αγαπούσε.
"Μείνε δίπλα μου και στήριξέ με", με παρακαλούσε. "Στο διάβολο το μέλλον, το παρόν, όλα. Εγώ ποτέ δεν είχα προσανατολισμό στη ζωή μου. Αναζητούσα πάντα το καινούργιο: εικόνες, ιδέες, ανθρώπους, ακόμα και ναρκωτικά"....
Πώς πάω και κολλάω σε όλες τις προβληματικές καταστάσεις γμτ μου;
Ίσως επειδή γουστάρω την απρόβλεπτη ζωή, σαν αυτή του σινεμά.
Δεν μου αρέσουν οι δεσμεύσεις κι οι εξαρτήσεις. Θέλω να ζω σε αδιάκοπη κίνηση, συμπυκνωμένα, επικίνδυνα.
Δεν πιστεύω στον έρωτα. Δεν υπάρχει. Είναι μια ψευδαίσθηση. Η ίδια η ζωή είναι μια γλυκιά πλάνη.
Όταν παίρνει τη δόση της ξαναγίνεται από ζόμπι άνθρωπος. Με πλησιάζει ερωτικά. Ενωνόμαστε με δύναμη. Σχεδόν με θυμό.
Αύριο μπορεί να μην μας ενώνει τίποτα...

Τρίτη 23 Αυγούστου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (Η’ - Πάντα να κατουράς πριν βγεις στο δρόμο!)

Κεντράρισα κυρίως στα καπούλια της. Φορούσε μια μαύρη κολλητή φουστίτσα. Φοβερά κοντή. Καιγόμουν από επιθυμία ν' ακουμπήσω το χέρι μου πάνω τους.
Όταν τραβούσε βαθιές ρουφηξιές απ' το τσιγάρο της, να, όπως τώρα, ήταν ακαταμάχητη.
Αυτό το πουτανάκι βάλθηκε να μου ξαναθυμίσει τι σημαίνει πραγματική ζωή.
Νομίζω πως την Μ. την ξεπέρασα. Το συνειδητοποίησα χθες το βράδυ. Προσπάθησα να τη φαντασιωθώ για να τον παίξω. Το πέος μου ξανάπεσε χαλαρό. Αδιάψευστος μάρτυρας πως δεν μου λέει τίποτα πλέον...
Οι μακροχρόνιες σχέσεις μοιάζουν με το γάμο. Ένα πρωί βρίσκεσαι με μια γυναίκα εγκατεστημένος σ' ένα συμπαθητικό σπιτάκι κι αρχίζεις τα βιαστικά φιλιά το πρωί, τα συμβατικά χαμόγελα, τις επαναλαμβανόμενες κινήσεις. 
Περνούν τα χρόνια κι αυτό εσύ το ονομάζεις "ζωή"! Και ξαφνικά βρίσκεσαι αφυδατωμένος, μίζερος, δίχως πάθος.
Σκέφτομαι να το παίξω παραλής μήπως και με πάρει στα σοβαρά. Το χρήμα μπορεί να μην προκαλεί οργασμό, αλλά, όπως και να το κάνεις, ερεθίζει...
Υποθέτω πως πρέπει να φοράει κόκκινα δαντελωτά εσώρουχα. Τη φαντάζομαι να κάνει ντους κι εγώ να βλέπω το νερό να κυλάει στο σώμα της.
Έκατσε απέναντί μου με τα γόνατά της κολλημένα. Τι γεύση να έχουν άραγε τα στήθη της απόψε?
Τα μάτια μας άρχισαν να χαϊδεύονται. 
"Τι δυστυχία να μην αγαπάς τίποτα?", σκέφτηκα.
Με αναστάτωσε η επιθυμία που είδα ν' αναβλύζει απ' τα μάτια της.
Είχε ένα χαμόγελο φτιαγμένο για την ευτυχία.
Σηκώθηκε, με πλησίασε και κάτι μου ψιθύρισε στ' αυτί. Αισθάνθηκα την καυτή ανάσα της δίπλα στον ώμο μου.
Μου άρεσε η πρότασή της.
Αλλά πριν βγούμε από το μπαρ πέρασα μια βολτούλα απ' την τουαλέτα.
Παιδιά, νόμος! Αν πρόκειται να βγεις από ένα μέρος νυχτιάτικα και να πας κάπου με τα πόδια, ειδικά σε τούτες δω τις κακόφημες συνοικίες, πρέπει να 'χεις απαραιτήτως κατουρήσει.
Μπορεί στην επόμενη γωνία κάποιοι τύποι να σε ξυλοφορτώσουν. Δεν είναι ανάγκη εκτός απ' το ξύλο που θα φας να υποστείς και την ταπείνωση να κατουρηθείς πάνω σου.
Είμαι παθός και μαθός...

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (Ζ’ - Πάλι ντότρια ήφερα!)

Καιρό έχω να περάσω απ’ το Μεταξουργείο.
Την τελευταία φορά είχα έρθει με γκόμενα Βου-Που για να την ξεψαρώσω.  
Αϊδίασε με το μέρος που την πήγα. "Εδώ θα ψοφήσεις!", μου είπε. "Εδώ θα ψοφήσεις, σε τούτη την πλατεία με τα άθλια παγκάκια!". 
Σήκωσε το χέρι της, σταμάτησε ένα ταξί, έφυγε κι από τότε δεν την ξανάδα...
Παλιότερα είχα ξανάρθει εδώ με μια πολύ ωραία γκομενίτσα, σουηδέζα ελληνικής καταγωγής. Το έπαιζε φεμινίστρια, οικολόγα κι ακτιβίστρια.
Κάποια στιγμή, εντελώς αυθόρμητα, θέλησα να καθαρίσω το λαιμό μου και έριξα μια ροχάλα στο πεζοδρόμιο. 
Η μικρά έφριξε. "Γιατί δε χρησιμοποιείς το μαντήλι σου;", με ρώτησε.
"Μα δεν έχω μαντήλι!"
Την άλλη μέρα πέταξε για Σουηδία. Βλέπετε δεν μπορούσε να υποφέρει ένα λαό που φτύνει στους δρόμους αντί στα μαντηλάκια του...
Κοιτάζω τους ανθρώπους γύρω μου. Κανείς γνωστός πλέον. Τους έφαγε η μεταδημότευση, η ξενιτιά, η φυλακή, το τρελάδικο...
Μόνο κάτι παιδάκια αλλοδαπά παίζουν τα πρώτα αγγίγματα της ζωής τους. Αυτοί μάλλον θα είναι οι αυριανοί Έλληνες. Φαίνονται πως θα γίνουν ζόρικα αντράκια αλλά εγώ νοσταλγώ τα παλιά κουτσάβια της περιοχής. Αυτά που γνώρισα στα χρόνια της ακμής μου, που ζήσαμε μαζί και πέντε καταστασούλες...
Ψάχνω την παλιά μπαρμπουτιέρα. Ευτυχώς λειτουργεί ακόμα. 
"Μαστουρωμένους δεν δεχόμαστε!", μου λέει ο τσιλιαδόρος.
"Καθαρός είμαι", του λέω, και μπουκάρω με τον αέρα του παλιού θαμώνα.
Ένα δωμάτιο υπόγειο δίπλα στο λεβητοστάσιο. Κοιτάω ένα γύρω μου. Φάτσες τελείως άγνωστες. 
Μόνο ένας κάτι πάει να μου φέρει στο μυαλό. Τον θυμάμαι απ’ την πλατεία Βάθης. Μεθούσε ο καριόλης και πήγαινε και γαμούσε τη γυναίκα του μπροστά στα μωρά παιδάκια τους.
Όπα! Να κι ο Βάρσος! Ένα ρεμάλι που πριν με γνωρίσει φούμερνε ό,τι να ’ναι. Εγώ τον έμαθα να τραβάει το "καλό", τον "δυναμίτη". Κι από τότε είναι συνεχώς με κεφάλα ο δικός μου...
Σιγά-σιγά αρχίζω να θυμάμαι κάτι παλιές μούρες. Έχουν αλλάξει πολύ. Οι καταχρήσεις, οι ουσίες και τα ζόρια της ζωής τούς έχουν γεράσει πρόωρα.
Ο "Γκεβάρα" (έτσι γούσταρε να τον φωνάζουμε) φοράει ακόμα εκείνο το αμπέχονο του στρατού!
Κάναμε το 1992 μαζί νυχτερινό περίπολο, φουμέρναμε αβέρτα τσιγάρες, πέφτουμε πάνω στο Διοικητή, κι ο Γκεβάρα χώνει το αναμμένο τσιγάρο στην τσέπη του. Ε, ακόμα υπάρχει η τρύπα απ’ την κάφτρα...
Πλησιάζω την πράσινη τσόχα κι αποφασίζω να κάνω παιχνίδι. Είμαι σκληρό καρύδι. Δεν μου αρέσουν οι πολλές τσιριμόνιες. Παίζω όλα όσα έχω μία κι έξω. 
Πιάνω τα ζάρια, φτύνω τη χούφτα μου, τα κουνάω δίπλα στο δεξιό μου αυτί και γενικά κάνω όλα τα γούρικα τελετουργικά. Τ’ αμολάω, γκελάρουν... τζίφος! Έμεινα πανί με πανί. Όπως και να το κάνουμε μου κακοφάνηκε.
Καθώς φεύγω ο τσιλιαδόρος θέλει να μου δώσει μια συμβουλή: "Άμα τα πονάς τα λάχανα, να μην παίζεις φίλε!".
"Δεν μας χέζεις κι εσύ ρε νταλάρα"...

Σάββατο 20 Αυγούστου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (ΣΤ’ - Ο Μπαμπινιώτης της μαγκιάς)



Αβαντάρω: βοηθάω κάποιον να κάνει μια βρομοδουλειά. Αφορά κυρίως τους συνεργάτες των παπατζήδων που ποντάρουν για να παρασύρουν τους αγαθομούνηδες.
Αβέρτα-κουβέρτα: απεριόριστα, τα πάντα όλα.
Ακούμπα: το παράνομο ενεχυροδανειστήριο.
Αλεπουδιάρης: το λαμόγιο, ο σκατόμυαλος.
Ανθίζομαι: ψιλιάζομαι, μυρίζομαι την βρομοδουλειά.
Αρρωστάκι: ο πρεζάκιας. Γενικά, ο κάθε κολλημένος με οτιδήποτε.
Γαλατού: το μπατσικό.
Γιασάν: επιφώνημα επιδοκιμασίας. Κάτι σαν "μπράβο". Γιασάν ο μάγκας.
Γίγαντες: οι εξάρες στο μπαρμπούτι.
Γκον: αγγλική λέξη που σημαίνει "τύφλα στο μεθύσι". Από παραφθορά το λέμε "γκολ".
Ζητιανόξυλο: το μπουζούκι του ρεμπέτη. Οι ρεμπέτες δεν είχαν καλή φήμη στον κόσμο της μαγκιάς.
Κάσμπα: αραβική λέξη που σημαίνει "παλάτι". Αλληγορικά δηλώνει την μπουρδελοπεριοχή.
Κεχρί: το μουνί. Εκεί που έχουμε συνεχώς το μυαλό μας.
Κουμάρι: το ποτήρι που βάζουμε τα ζάρια στο μπαρμπούτι για να μην τα "τσιμπάνε" οι επιτήδειοι.
Κούφιο: το πιστόλι, λόγο του κενού της θαλάμης του.
Κώλος ή βουτυρόκωλος: ο λεφτάς, ο καλομαθημένος.
Μαλλί: τα λεφτά.
Μανίκι: το άγριο πήδημα, το ξέσκισμα.
Μανουριάζω: τα παίρνω στην κράνα, τσαντίζομαι άγρια.
Μαχαλόμαγκας: ο τοπικός μάγκας, που η φήμη του δεν ξεπέρασε τα όρια της συνοικίας.
Μέγκλα: απ’ το μέιντ ιν ίνγκαλντ. Το ποιοτικό, το τέλειο.
Μινάρας: ο μαλάκας, ο αυνανιζόμενος που δεν του κάθεται μούνος.
Μπάμια: το στριφτό τσιγαριλίκι.
Μπαρμπούτσαλα: τα πειραγμένα ζάρια, τα παραμύθια, τα ψέματα.
Μπομπάρδα: η χοντροκώλο γκόμενα, η ξοφλημένη πουτάνα.
Περιστέρι: ο επιδειξίας, που δείχνει το πουλί του αβέρτα.
Πουστόμαγκας: ομοφυλόφιλος μεν αλλά νταής και επικίνδυνος.
Σελέμης: ο ζήτουλας, τρακαδόρος, τζαμπατζής, το παράσιτο.
Σιδερωμένος: αυτός που κυκλοφορεί με όπλο (σιδερικό).
Τσουρνεύω: ξαφρίζω, κλέβω με μαεστρία.
Χάβαρο: το μουνί που μοιάζει με στρείδι.
Χαμομήλω: το πιστόλι που σε στέλνει στον τάφο με τα χαμομήλια.
Χατζατζάρης: το πειραγμένο ζάρι, το πλαστό χαρτονόμισμα. κάθε τι ψεύτικο.
Χυσαμόλι: ένα μείγμα υγρού από πολλά αντρικά χύσια. Λέγεται για τα νοθευμένα ποτά.
Ψειρίζω: κλέβω κάποιον ή τον ψάχνω παντού μέχρι και στο σώβρακο.
Ψουψού: η πειστική κωλόγρια που ψήνει τα κοριτσόπουλα να πουτανέψουν.

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (E’ - Οι ρεμπέτες ήταν ξεπεσμένοι μάγκες)

 
Δύσκολη βραδιά η χθεσινή. Λίγο η ζέστη, λίγο ο σεβντάς με έσπρωξαν ν’ αφήσω πίσω μου τις πιάτσες της Αθήνας και να κατέβω Περαία μεριά.
Ολομόναχος. Δεν είχα όρεξη για παρέες και μπλα μπλα. Καβάλησα τρένα, λεωφορεία και τρόλεϊ και βρέθηκα στην περιοχή πέρα απ’ το Τελωνείο. Στα "Καρβουνιάρικα", την Ακτή Ξαβιέρου, τον Προλιμένα, μέχρι τα περιβόητα βράχια της Πειραϊκής...
Αυτή η περιοχή προπολεμικά ήταν πολύ ζόρικη. Εδώ έδεναν τα ελληνικά και ξένα πολεμικά, κι έβλεπες στη σειρά εργοστάσια, μηχανουργεία, καρνάγια. Εδώ ήταν το καταφύγιο και ορμητήριο της λιμανίσιας εγκληματικότητας. 
Εδώ σύχναζαν τα μεγαλύτερα μούτρα του Πειραιά. Μάγκες, νταήδες, μόρτες, σωματέμποροι, λαθρέμποροι, χασισέμποροι, φυγόδικοι, αλάνια, πεταλουδίτσες της νύχτας.
Ήταν ξακουστοί οι φοβεροί βαρκάρηδες της Ξαβιέρου, που πάντα είχαν απάνω τους μια δίκοπη μαχαίρα, "ισόβια" την έλεγαν. Αυτοί έκαναν όλη τη δουλειά του λαθρεμπορίου με τα ξένα φορτηγά που είτε άφηναν το "εμπόρευμα" σε απόμερα σημεία της Αίγινας, είτε τα παρέδιδαν μεσοπέλαγα...
Εδώ τα μαχαιρώματα κι οι φόνοι ήταν φαινόμενο καθημερινό. Πολλές φορές χωρίς καν αιτία. Έτσι, γιατί απλά ... "πέρασες και δε με χαιρέτισες"!
Τα βράχια της Πειραϊκής, όπως κι εκείνα της Δραπετσώνας και του Κερατσινίου, ήταν η "μητρόπολη της παλιάς μαγκιάς". Στις σπηλιές κρύβονταν ή έβρισκαν καταφύγιο όλοι οι φυγόποινοι, φυγόστρατοι, εγκληματίες, πρεζάκια... Και φυσικά κάθε είδους απόκληρος και κατατρεγμένος.
Ανάμεσα στα βράχια υπήρχαν πολλές δαιδαλώδεις σπηλιές.  Στις μεγαλύτερες, ανετότερες και ασφαλέστερες, με τις περισσότερες εξόδους διαφυγής, έμεναν τα "μεγαλύτερα μαχαίρια" της πιάτσας. Οι νταήδες των νταήδων. Μαχαιροβγάλτες αιματοβαμμένοι, που όσους περισσότερους φόνους έκαναν ("καθαριότητες" τις έλεγαν) τόσο πιο πολύ αυξανόταν το κύρος τους στον υπόκοσμο.
"Φίνο παιδί ο Τάσος"
"Σίγουρα;"
"Βέβαια, έχει κάνει τριάντα καθαριότητες"
"Δεν το ’ξερα, μπράβο του"
Οι πραγματικοί μάγκες ήταν συνειδητοποιημένοι αντιεξουσιαστές, αντισυμβατικοί, μισούσαν τη δουλειά, ένα συνεχές "άντε και γαμηθείτε" η ζωή τους. Δεν ήταν πολιτικοποιημένοι, δεν ονειρεύονταν να σώσουν τον κόσμο, δεν είχαν να προτείνουν τίποτα.
Είχαν περπατησιά τσαμπουκαλεμένη, φρόντιζαν ιδιαιτέρως το μουστάκι τους και την κάμα τους, το δίκωπο μαχαίρι. Συχνά χάραζαν στη λαβή της διάφορες φρασούλες. "Αχ βαχ, έτος δίσεκτον" και τα τοιαύτα...
Αλλά υπήρχαν και ξεπεσμένοι μάγκες. Αυτοί γίνονταν μπράβοι και μαγκουροφόροι τρομοκράτες στην υπηρεσία του παρακράτους ή διάφορων δεξιών πολιτευτών.
Ένας γεροντόμαγκας, από τους τελευταίους εν ζωή, μου έλεγε τις προάλλες πως οι ρεμπέτες ήταν κι αυτοί ξεπεσμένοι μάγκες. Ήταν περισσότερο αλάνια, ρεμπεσκέδες, πουτσαρά μπουλούκ. Στα ζόρικα ήταν κότες. Απέφευγαν τους τσαμπουκάδες και γι’ αυτό τα ποινικά τους μητρώα δεν είχαν μεγάλες ποινές.
Επί Κατοχής, μου είπε, οι περισσότεροι ρεμπέτες έγιναν μαυραγορίτες και ρουφιάνοι. Δεν είναι τυχαίο πως στα τότε ρεμπετάδικα διασκέδαζαν σχεδόν αποκλειστικά οι Ταγματασφαλίτες. Οι αντιστασιακοί έλεγαν άλλα τραγουδάκια, σε ρυθμούς ρούσικων εμβατηρίων.
Αλλά και μεταπολεμικά οι ρεμπέτες έδειξαν τον ξεπεσμό τους. Κουστουμαρίστηκαν, προσπαθούσαν να εντυπωσιάσουν τους γλυκανάλατους αστούς τύπου Χατζιδάκη, και τους ενδιέφεραν μόνο τα λεφτά, το γλέντι, το μαυράκι και κανένα γκομενάκι.
Ο σοβαρός μάγκας παίζει μπουζούκι και τραγουδάει μόνο για πάρτη του και για τους κολλητούς του. Δεν γίνεται διασκεδαστής-καραγκιόζης των μπουρζουάδων, σαν τα χάλια του Ζαμπέτα.