Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

Το τελευταίο της ζωής μου ταξείδιον (ΙΒ' - Εσείς πιάνετε μύγες στον αέρα?)

Δεν μ' ενδιαφέρει το Τόκιο. Θέλω να πάω στην παλιά αυτοκρατορική πρωτεύουσα, το Κιότο, όπου ζει, αν ζει ακόμα, ο σεβάσμιος Διδάσκαλός μου στο Αϊκίντο. Το αϊκίντο είναι μια ιαπωνική πολεμική τέχνη με βασική φιλοσοφία την εξουδετέρωση του επιτιθέμενου χωρίς τραυματισμό του. Σαν όλες τις πολεμικές τέχνες, απαιτεί φοβερή αυτοσυγκέντρωση, ταχύτητα και αυτοπεποίθηση...
Θυμάμαι όταν ο Διδάσκαλος ήταν στην Αθήνα και το τελευταίο απόγευμα πριν φύγει κατάφερα να τον πείσω να μου κάνει την τιμή να του προσφέρω ένα λιτό δείπνο.
Στο υπαίθριο εστιατόριο που πήγαμε παρήγγηλε μόνο μια γαβαθούλα ρύζι κι άρχισε να το τρώει με κείνα τα περίεργα ξυλάκια, δεν θυμάμαι πώς τα λένε. 
Δυστυχώς, η όλη εμφάνιση του γερο-δασκάλου, το λιπόσαρκο κορμάκι του, η μυτερή λευκή γενειάδα του, τα ξυλάκια που χρησιμοποιούσε τον κατέστησαν γραφικό και στόχο μιας διπλανής παρέας. Η οποία απρόκλητα άρχισε να μας ενοχλεί και να μας πειράζει. Εγώ, εννοείται, πως παρουσία του Δασκάλου δεν μπορούσα να πάρω καμία πρωτοβουλία. 
Κάποια στιγμή οι αλητάμπουρες το παραχόντριναν. Κι ήταν έτοιμοι να περάσουν απ' τα προσβλητικά λόγια σε πράξεις. Ακριβώς τότε, ο ήρεμος και απόλυτα συγκεντρωμένος στο φαγητό του Δάσκαλος, κάνει τη μεγάλη κίνηση. Με τρεις αστραπιαίες κινήσεις, που ούτε καν πρόλαβε να τις πιάσει το μάτι μου (ακούστηκαν μόνο τρεις ξεροί ήχοι... τακ, τακ, τακ), συνέλαβε στον αέρα τρεις μύγες με τα ξυλάκια που έτρωγε και τις άφησε ζωντανές στο τραπέζι τους.
Οι ψευτόμαγκες το έλαβαν το μήνυμα. Ο γέρος δεν ήταν εύκολη λεία. Θα μπορούσε άνετα να τους δέσει κόμπο και τους τρεις τους. Σχεδόν έντρομοι πλήρωσαν τον λογαριασμό τους και έφυγαν...
Κι εγώ πήρα ένα καλό μάθημα. Μπορεί να αποφύγεις τη χρήση βίας κάνοντας μόνο επίδειξη της αποτρεπτικής σου ισχύος. Αλλά μόνο με τον σωστό τρόπο και στο σωστό χρόνο...

Κυριακή 28 Ιουνίου 2020

Το τελευταίο της ζωής μου ταξείδιον (ΙΑ' - Ζήτω η μαμά-εταιρεία)

Η οθόνη του υπολογιστή μου γεμίζει απ' το λιγνό και μακρουλό κορμάκι της Ιαπωνίας. Που το 'χουν κατακομματιάσει οι σεισμοί και τα κύματα.
Τόκιο. Άλλη μια τερατούπολη. Που την κάνει κάπως πιο ανθρώπινη η στάση ζωής των κατοίκων της. Οι Ιάπωνες είναι εμμονικοί με την καθαριότητα, την ευγένεια, την πειθαρχία. Είναι απίστευτο. Τόσος συνωστισμός και δε νιώθεις ούτε ένα σπρώξιμο, ούτε καν ένα άγγιγμα. Όλοι εδώ σέβονται τον διπλανό τους.
Όμως οι Ιάπωνες είναι εμμονικοί και με την εργασία. Τώρα, θα μου πείτε, πως μια χώρα που βγήκε ρημαγμένη απ' τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο δεν θα μπορούσε να γνωρίσει τόση ανάπτυξη χωρίς την εργασιομανία των πολιτών της. Όμως, βρε αδελφέ, αυτοί το έχουν τερματίσει.
Η ζωή τους δεν ταυτίζεται μόνο με την εργασία. Αλλά και με την εταιρεία που εργάζονται. Συνδέονται μαζί της όχι μόνο συναισθηματικά. Ουσιαστικά γίνεται η μεγάλη τους οικογένεια. Γι' αυτό δεν "πιάνουν δουλειά" αλλά "μπαίνουν στην εταιρεία". Από τη στιγμή εκείνη οφείλουν απόλυτη υποταγή και συμμόρφωση με τις αρχές της. 
Αλλά και η εταιρεία θα φροντίσει για όλα τ' άλλα. Θα μεριμνήσει να παντρευτούν με κάποια ή κάποιον συνάδελφο, θα τους πουλήσει φτηνά οικόπεδα και θα τους δώσει άτοκα δάνεια να χτίσουν σπίτι. Κι όταν με το καλό συνταξιοδοτηθούν, κάποιο απ' τα παιδιά τους θα προσληφθεί ατην ίδια εταιρεία.
Στην τηλεόραση παίζει ένα ντοκιμαντέρ για μια γιαπωνέζικη βιομηχανία, δεν συγκρατώ τ' όνομά της. Το πρωί οι εργάτες μαζεύονται σε στίχους σα μαθητούδια και τραγουδάνε με πάθος τον ύμνο της εταιρείας. Πάνω-κάτω τα λόγια είναι αυτά:
Για να χτίσουμε μια καινούργια Ιαπωνία
ας ενώσουμε τη δύναμη και το μυαλό μας
για να μεγαλώσουμε την παραγωγή
για να μπορέσουμε να στείλουμε τ' αγαθά μας σ' όλο τον κόσμο
σαν το νερό που τρέχει απ' την πηγή.
Περισσότερη βιομηχανία
περισσότερη, περισσότερη, περισσότερη!

Παρασκευή 26 Ιουνίου 2020

Το τελευταίο της ζωής μου ταξείδιον (Ι' - Σιγά μη φάω μαλλιαρά καβούρια!)

Έχω ψιλοεπιλέξει τα μέρη που θα πάω. Αλλά όχι και τη σειρά τους. Οπότε παίρνω το πρώτο αερόπλανο που βρίσκω έτοιμο να πετάξει σε κάποιον απ' τους προορισμούς μου. Και να 'μαι τώρα να κατευθύνομαι για Χονγκ-Κονγκ.
Για να είμαι ειλικρινής, έτσι όπως βλέπω την πόλη από ψηλά, δεν μπορώ να την ξεχωρίσω απ' το Μανχάταν και τη Σιγκαπούρη. Αλλά κι όταν κατεβείς στους δρόμους, πάλι το ίδιο σου φαίνεται. Απλώς εδώ κυριαρχεί το κίτρινο ανθρωπομάνι. Στην πραγματικότητα το Χονγκ-Κονγκ είναι ένα νησί σαν την Αίγινα με μια χερσόνησος όσο η Αττική. Το 1898 οι Εγγλέζει το νοίκιασαν απ' την Κίνα για 100 χρόνια. Η μεγάλη ανάπτυξη ήρθε μετά το 1949, όταν στην Κίνα επικράτησαν οι κομμουνιστές κι όλη η οικονομική δραστηριότητα της Σαγκάης ματεφέρθηκε εδώ...
Αυτές οι τερατουπόλεις με κουράζουν. Δεν έχω καμιά διάθεση να μείνω πάνω από μια-δυο μέρες. Αλλά αποφασίζω να κάνω ένα δώρο στον ταλαιπωρημένο μου εαυτό. Θα τον τραπεζώσω σ' ένα απ' τα περίφημα πλωτά εστιατόρια που είναι  μόνιμα αραγμένα στον κόλπο. Παραβλέπω την κακόγουστη πολυτέλεια και μπουκάρω.
Μάλλον ήρθα σχετικά νωρίς. Παίζει να είμαι και ο πρώτος πελάτης της ημέρας. Με υποδέχεται όλο υποκλίσεις ο ίδιος ο σεφ. Προσφέρεται να με ξεναγήσει στην κουζίνα και να μου δείξει τις σπεσιαλιτέ του που ετοιμάζονται εντατικά απ' τους βοηθούς του.
Πολύ γιάμι δείχνει η περιβόητη ψητή πάπια του Πεκίνου. Για να γίνει τραγανή και νόστιμη αλείφουν την πέτσα με σιρόπι από μέλι και σάλτσα σόγιας.
Το "κοτόπουλο του ζητιάνου" είναι γεμιστό με μανιτάρια, πίκλες, κρεμμυδάκια κι αρωματικά φυτά. Το τυλίγουν με φύλλα λωτού, σφραγίζουν το τσουκάλι με πηλό και το αφήνουν να ψηθεί στη χόβολη!
Αυτό θα φάω! Πάει και τέλειωσε. Δεν με δελεάζουν ούτα τα καπνιστά χέλια του Σετσουάν, ούτε η σούπα από φτερό καρχαρία, ούτε τα μαλλιαρά καβούρια της Σαγκάης.
Η αλήθεια είναι πως το φαγητό ήταν καταπληκτικό. Έχω υποχρέωση να ευχαριστήσω και να κολακέψω τον σεφ. Αλλά εδώ θέλει προσοχή. Πρέπει να ξέρεις πως να παινέψεις έναν Κινέζο μάγειρα. 
Εδώ υπάρχουν άλλες παραδόσεις και δεδομένα. Αν του πεις "συγχαρητήρια, είσαι ο καλύτερος μάγειρας του κόσμου", θα τσινίσει. Οπότε τον "ανεβάζω" χρησιμοποιώντας το τοπικό "μονοπάτι". 
Πρώτα εκθειάζω τη χώρα του την Κίνα, που γέννησε και μετέδοσε τον πολιτισμό και τις επιστήμες στον κόσμο. Μετά εκφράζω τον θαυμασμό μου για την τεράστια μαγειρική παράδοση της απέραντης τούτης χώρας, που όμοιά της δεν υπάρχει στον γαλαξία. 
Και τέλος λέω και τον καλό μου λόγο για τον συγκεκριμένο σεφ που είναι "γνήσιο και αντάξιο τέκνο αυτής της υπερχιλιετούς μαγειρικής παραδόσεως"!
Νομίζω πως απόψε ο καημένος ο σεφ δεν θα κοιμηθεί απ' τη χαρά του...

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2020

Το τελευταίο της ζωής μου ταξείδιον (Θ' - Τα μαστάρια της Πιτσίλως)

Σιγκαπούρη, αν δεν κάνω λάθος, σημαίνει "πόλη των λεόντων". Στην πραγματικότητα είναι μια πόλη-κράτος. Ή, καλύτερα, ένα νησάκι-κράτος. Φανταστείτε κάτι σαν τη δική μας Εύβοια. 
Η Σιγκαπούρη συνδέεται με τη Μαλαισία με δυο γέφυρες, όπως κι η Εύβοια με την υπόλοιπη Ελλάδα. Η μόνη διαφορά είναι πως η Σιγκαπούρη είναι στρογγύλω ενώ η δόλια η Εύβοια είναι μακρουτσολή...
Το 1824 η Μαλαισία παραχώρησε το μικρό αυτό νησάκι στους Εγγλέζους. Και το 1965 κηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος και από τότε αναπτύχθηκε ραγδαία.
Εδώ όλες οι φυλές και οι θρησκείες του κόσμου συμβιώνουν ειρηνικά και δημιουργικά. Χωρίς φανατισμούς και ανταγωνισμούς. Ίσως αυτό να είναι το μυστικό που αυτό το παλιό ψαροχώρι δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει πόλεις όπως η Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και το Παρίσι. 
Εννοείται πως πίσω απ' τη φανταχτερή βιτρίνα με τους τεράστιους ουρανοξύστες και τα απίστευτα εμπορικά κέντρα κρύβεται και πολύ φτώχεια και δυστυχία. Αλλά μήπως το ίδιο δεν συμβαίνει και στις μεγάλες μητροπόλεις της Δύσης?
Κάνω μια βόλτα απ' την κινεζική και μετά την ινδική συνοικία. Εδώ να φέρεις τον Χαρδαλιά να δει τι θα πει συνωστισμός. Κάποιες στιγμές το πλήθος πυκνώνει τόσο πολύ που νιώθεις πως δεν πατάς στη γη. Σε παρασέρνει το ανθρώπινο ποτάμι...
Προς το απόγευμα κατεβαίνω στο λιμάνι. Μιλάμε τώρα για άλλη διάσταση. Βλέπεις καράβια απ' όλο τον κόσμο. Ακούς να μιλάνε όλες τις γλώσσες και τις διαλέκτους. Τα εστιατόρια και τα μπαρ συναγωνίζονται ποιο θα βάλει τη δυνατότερη μουσική. Η Τρούμπα του Πειραιά μας μπροστά σ' αυτό εδώ είναι παρθεναγωγείον! 
Κι οι ναυτικοί, μπουλούκια-μπουλούκια, γυρνάν από δω κι από κει ψάχνωντας τι? Κυρίως ανήλικα παιδάκια για να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές τους ανάγκες. 
Βλέπεις κάτι άντρακλες δυο μέτρα, με ξυρισμένα κεφάλια και γεμάτοι τατουάζ να πηγαίνουν με κοριτσάκια που δεν τα κάνεις ούτε δέκα ετών. Με κορμάκια αδύνατα, που ζυγίζουν όσο το ένα πόδι αυτών των τεράτων.
Ειλικρινά ρε φίλε ναυτικέ, δεν μπορώ να σε καταλάβω. Τόσον καιρό βολόδερνες στις θάλασσες και στην τελική αυτό ονειρευόσουν να γευτείς? Ένα παιδάκι άκωλο και άβυζο?
Τι να σας πω... εγώ έχω άλλα γούστα. Μικρός στο χωριό μου είχα συνδεθεί συναισθηματικά με μια αγελαδίτσα του θείου μου, που την λέγαμε Πιτσίλω. Ώρες ολόκληρες της χάιδευα την πλατούλα. Κι εκείνη έγλειφε τα χέρια μου και τα μαγουλάκια μου μ' αυτή τη γλώσσα που γρατσουνάει σαν σμυριδόπανο. 
Ο ψυχαναλυτής μου λέει πως αυτή η πρώιμη συναισθηματική σχέση σημάδεψε ανεξίτηλα τις ενήλικες ερωτικές μου προτιμήσεις. Κι έτσι είναι. Γυναίκα που δεν διαθέτει τα κωλομέρια και τα μαστάρια της Πιτσίλως, ούτε που γυρίζω να την κοιτάξω...

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020

Το τελευταίο της ζωής μου ταξείδιον (Η' - Από μούτσος πρωθυπουργός στο Σιάμ!)

Οι ελέφαντες είναι τα αγαπημένα μου ζώα. Όμως άλλο τα λούτρινα και πάνινα κουκλάκια κι άλλο η πραγματικότητα. Όλα τα ζώα στο φυσικό τους περιβάλλον, ειδικά αν αισθανθούν κίνδυνο ή ανταγωνισμό, είναι εν δυνάμει επικίνδυνα. Κι ο ελέφαντας γνωρίζει καλά τα δυνατά του σημεία. Επιτίθεται με τρομακτικές ιαχές, οι αυτάρες του κροταλίζουν, με την προβοσκίδα σε ρίχνει στο έδαφος και σε ποδοπατά...
Σ' ένα ξέφωτο της ζούγκλας με περίμενε μια έκπληξη. Έπεσα πάνω σε ένα "Κολέγιο Ελεφάντων". Καμιά δεκαριά παχύδερμοι "μαθητές" εκπαιδεύονταν  να σέρνουν με τις προβοσκίδες τους κάτι τεράστιους κορμούς δέντρων και να τους βάζουν σε σειρά σαν οδοντογλειφίδες.
Τα ζώα αυτά προορίζονται να μεταφέρουν χοντρούς κορμούς απ' τα πυκνά σημεία της ζούγκλας, εκεί που δεν μπορούν να πλησιάσουν μηχανήματα. Η εκπαίδευση δεν είναι καθόλου εύκολη. Κρατάει σχεδόν επτά χρόνια με 4ωρα καθημερινά μαθήματα. Ο κάθε ελέφαντας έχει τον δικό του εκπαιδευτή. Μαζί θα δουλέψουν στη ζούγκλα για περίπου 30 χρόνια. Και μαζί θα συνταξιοδοτηθούν...
Πέφτω πάνω σε ώρα διαλείμματος. Οι εκπαιδευτές σφυρίζουν παρατεταμένα και οι ελέφαντες κάνουν σα μικρά παιδιά απ' τη χαρά τους. Τρέχουν φωνάζοντας σε μια γιετονική λίμνη και βουτάν στο νερό να δροσιστούν. Όποιος τολμήσει να τους πλησιάσει τον καταβρέχουν...
Το τελευταίο βράδυ στη Μπανγκόγκ με περιμένει μια ακόμα ευχάριστη έκπληξη. Απ' το πουθενά γίνομαι το τιμώμενο πρόσωπο. 
Τυχαία πέρασα από ένα φεστιβάλ που γινόταν για να τιμηθεί το πνεύμα ενός μεγάλου βασιλιά που πέθανε πριν 300 χρόνια. Ο εξωτικός αυτός βασιλιάς είχε, κατά σύμπτωση, έναν ελληνικής καταγωγής πρωθυπουργό ονόματι Κωνσταντίνο Γεράκη. Έτσι, θεώρησαν λογικό οι διοργανωτές να τιμήσουν στο πρόσωπό μου τον μακρινό εκείνο τυχοδιώκτη πρόγονό μας.
Το έψαξα λίγο και βρήκα πως αυτός ο Γεράκης ήταν μούτσος σ' ένα εγγλέζικο καράβι. Κάπως ξέμεινε στο Σιάμ, πούλησε μούρη στους ντόπιους, παρίστανε πως μιλάει όλες τις γλώσσες του κόσμου, διέθετε και προσωπική γοητεία... κι έτσι ο Βασιλιάς Ναράι τον έκανε πρωθυπουργό του και υπεύθυνο του θυσαυροφυλακείου του. Καταλαβαίνετε τώρα... έβαλε τον λύκο να φυλάξει τα πρόβατα.
Τελικά, όταν το 1688 ο Ναράι πέθανε, οι αντίπαλοί του συνέλαβαν και κρέμασαν τον καημένο τον Γεράκη. Θεός σχωρές τον...

Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

Το τελευταίο της ζωής μου ταξείδιον (Ζ' - Γραμματείς και Φαρισαίοι Βουδιστές)

Είναι η δεύτερη φορά που έρχομαι στη Μπανγκόγκ. Την πρωτεύουσα της Ταϋλάνδης, που μέχρι το 1948 λεγόταν Σιάμ.
Πλέον δεν μου κάνουν εντύπωση ούτε τα υπέρλαμπρα βασιλικά παλάτια, ούτε η απόλυτη φτώχεια που ξετυλίγεται στις όχθες του μεγάλου ποταμού Κάο Πράγια που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της πόλης. 
Εδώ κάποιοι άνθρωποι ζουν ακόμα στο 5.000 π.Χ. Σπίτια από σκούρο ξύλο στηριγμένα σε πασάλους μέσα στο νερό. Πλωτά μαγαζιά, σύννεφο οι μύγες, καθόλου αποχέτευση, γουρούνια και άνθρωποι κολυμπούν μαζί στα βρωμόνερα...
Το 95% των κατοίκων της χώρας είναι βουδιστές. Αποφασίζω να κάνω μια βόλτα απ' τους ξακουστούς βουδιστικούς ναούς. Ξεκινάω απ' το ναό του Σμαραγδένιου Βούδα. Εκατοντάδες ζευγάρια παπούτσια αφημένα στην είσοδο. Θα ξαναβρώ τα δικά μου άραγε βγαίνοντας? 
Προχωράω ξιπόλητος στο ξύλινο πάτωμα που τρίζει. Στο βάθος, σε μια γυάλινη θήκη, ένα μικρό πράσινο αγαλματάκι από ατόφια σμαραγδόπετρα. Ο Βούδας καθισμένος σταυροπόδι...
Συνεχίζω στο Μοναστήρι του Ανακλινόμενου Βούδα. Η ζέστη και η πυχτή υγρασία μας κόβει την ανάσα, Καμίνι ο τόπος. Προσπαθώ να δροσιστώ μ' έναν ζουμερό λωτό. 
Το μοναστήρι είναι σκέτος λαβύρινθος. Όλο στοές και αυλές. Τέσσερις μεγάλες και ενενήντα μία μικρές παγόδες γεμάτες με αγάλματα θεών.  Ο κεντρικός ναός καταλαμβάνεται απ' το τεράστιο άγαλμα του ξαπλωμένου Βούδα. Άγαρμπος και κακοφτιαγμένος, ξεπερνά τα 50 μέτρα, σκεπασμένος με φύλλα χρυσού!
Οι βουδιστές μοναχοί είναι κράτος εν κράτει. Οι πιστοί τους δείχνουν μεγάλο σεβασμό και τους ενισχύουν υλικά με κάθε τρόπο. Ακόμα κι ο Βασιλιάς υποκλίνεται μπροστά τους. Τριακόσια μοναστήρια βρίσκονται μόνο στη Μπανγκόνγκ και άλλα είκοσι χιλιάδες σε όλη τη χώρα. Ποιος δουλεύει για να ζούνε τα παλιοτεμπελχανάκια... που λέει και το τραγούδι.
Ποιος δεν ξέρει πως η Μπανγκόνγκ είναι η πρωτεύουσα του παγκόσμιου σεξοτουρισμού? Καθημερινά έρχονται απ' την επαρχία καραβανιές ολόκληρες από ανήλικα αγόρια και κορίτσια. Τα ομορφότερα θα διοχετευτούν στη βιομηχανία σεξουαλικής ικανοποίησης των τουριστών. Τα υπόλοιπα θα δουλέψουν στις τεράστιες βιομηχανίες και στις μικρότερες βιοτεχνίες. Σε απάνθρωπες συνθήκες με ελάχιστη τροφή και ακόμα πιο ελάχιστο χαρτζιλίκι.
Αυτά τα παιδιά τα πουλάνε οι ίδιοι οι γονείς τους στους δήθεν "εργοδότες" έναντι πινακίου φακής. Και φυσικά δεν θα ξαναρωτήσουν για την τύχη τους. Στο χωριό έχουν να θρέψουν άλλα δέκα παιδιά.
Κατά τ' άλλα, ο βουδισμός τους μάρανε! 
Αδέλφια, όλοι έχουμε να λέμε για την υποκρισία και θεομπαιξία των χριστιανών που σπάει καρύδια και ινδικές καρύδες και τσιμέντα. Αλλά, τουλάχιστον, οι υποκριτές χριστιανοί δεν πουλάνε τα παιδιά τους σε δουλέμπορους και σωματέμπορους! Να τα λέμε κι αυτά. Βρώμα και δυσωδία ο Χριστιανισμός, αλλά στις άλλες θρησκείες το έχουν τερματίσει. Καλημέρα σας...

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2020

Το τελευταίο της ζωής μου ταξείδιον (ΣΤ' - Εδώ χαίρεσαι να πεθαίνεις!)

Ούτε κι εγώ ξέρω πώς μου 'ρθε, λίγες ώρες πριν πετάξω για Μπανγκόγκ, να παραστώ στην κηδεία ενός αγνώστου μου στο Μπαλί. Μάλλον με κέρδισε η πρόσκληση του αδελφού του. Του ψαρά που με πήγε στο Νησί της Χελώνας. "Είσαι πολύ τυχερός!", μου είπε. "Τα πνεύματα σε ευνοούν σήμερα. Είσαι τυχερός γιατί απόψε πέθανε ο αδελφός μου. Και το απόγευμα έχουμε την κηδεία του". 
"Είμαι τυχερός που πέθανε κάποιος?". "Ναι, γιατί θα μπορέσεις να παρακολουθήσεις την κηδεία του. Κάθε μέρα ψαρεύαμε μαζί με τον αδελφό μου. Και σήμερα που πέθανε, ψάρεψα μαζί σου. Το πνεύμα του σε προσκαλεί στην κηδεία του. Αλλά αν δεν θες μπορείς και ν' αρνηθείς"...
Τελικά δέχθηκα, και κάποια στιγμή φτάσαμε σπίτι τους. Εκεί με περίμενε μια τεράστια έκπληξη. Η ατμόσφαιρα ήταν πανηγυρική. Κανένα πένθος ή κλάμα, ούτε καν κατήφεια ή αμηχανία. Οι συγγενείς είχαν στήσει κανονικό γλέντι σα να γινόταν γάμος. Κάποιος απ' αυτούς, ίσως ο πιο μορφωμένος, με πλησίασε για να μου δώσει τις απαραίτητες εξηγήσεις. 
"Εμείς στο Μπαλί αντιμετωπίζουμε τον θάνατο με την ίδια χαρούμενη διάθεση που δείχνουμε και για τη ζωή. Πιστεύουμε πως το σώμα είναι η φυλακή της ψυχής. Με τον θάνατο η ψυχή απελευθερώνεται και πηγαίνει στον κόσμο των πνευμάτων. Κάποια μέρα θα ξαναγυρίσει στη γη για να ξαναζήσει μια άλλη ζωή!".
Τώρα τι να πρωτοθαυμάσω. Μήπως επιτέλους επιβεβαιώνονται οι ανατολίτικες ρίζες των πλατωνικών ιδεοληψιών? Μήπως τελικά αξίζει τον κόπο να αυτοπαραμυθιαζόμαστε αν είναι να αντιμετωπίζουμε τον θάνατο με τόση ψυχραιμία? Και πώς διάολο κατόρθωσαν αυτοί οι αμόρφωτοι ιθαγενείς να βρουν το μυστικό να μην φοβούνται τον θάνατο, όταν εμείς οι "πολιτισμένοι χριστιανοί", παρά τις τόσες προσδοκίες για "ανάσταση νεκρών", στην πραγματικότητα δεν πιστεύουμε σε καμιά μορφή μεταθανάτιας ζωής και γι' αυτό παθαίνουμε κατάθλιψη ακούγοντας και μόνο τη λέξη θάνατος?
Στο μεταξύ το συγκετρωμένο πλήθος, με ταμπούρλα και πνευστά, συνοδεύουν το ξύλινο φέρετρο στο κοιμητήριο που θα γίνει η καύση του νεκρού. Ένας παπάς ραντίζει με νερό το κουφάρι, λέει κάτι ξόρκια και προσευχές, παίρνει έναν αναμένο δαυλό και μπουρλοτιάζει τον πεθαμένο. 
Η φωτιά γλείφει το φέρετρο. Το θέαμα γίνεται μακάβριο. Το σώμα αρχίζει να σκευρώνει. Το κεφάλι ανασηκώνεται και το δεξί χέρι υψώνεται προς τον ουρανό. Σα να θέλει να μας αποχαιρετήσει. 
Κάποιοι συγγενείς φέρνουν κλαδιά και ξύλα για να δυναμώσουν την πυρά. Το σώμα πρέπει να καεί εντελώς. Παραδίπλα οι γυναίκες πάνω σε μεγάλες πυροστιές και τεράστια στρατιωτικά καζάνια ετοιμάζουν μυρωδάτα φαγητά. Θα ακολουθήσει μεγάλο φαγοπότι και το γλέντι θα κορυφωθεί. 
Η τελετή θα ολοκληρωθεί το επόμενο πρωινό που με βάρκες θα μεταφέρουν τη στάχτη στον ανοιχτό ωκεανό όπου και θα τη σκορπίσουν...