Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

"Ημερολόγιο λιποταξίας" (91) - Στην πόλη των χριστιανών τζιχαντιστών...

Η Τραπεζούντα είναι ο τελευταίος μεγάλος μου σταθμός στην Τουρκία. Αρχίζω ήδη να προετοιμάζομαι ψυχολογικά για το ταξίδι στην Αρμενία...
Το μεγάλο τούτο μαυροθαλασσίτικο λιμάνι είν’ από μόνο του ένα κράτος. Από πού ν’ αρχίσεις και πού να τελειώσεις.
Βάζω τις σκέψεις μου σε μια τάξη, κι αρχίζω απ’ τα θρησκευτικά.
Πριν περάσει στην οθωμανική κυριαρχία, πολιούχος της πόλης ήταν ο Άγιος Ευγένιος.
Ήταν ένα κλασικός ταλιμπάν-τζιχαντιστής χριστιανός του 3ου αιώνα.
Κανείς δεν τον πείραζε ούτε τον ενοχλούσε. Ώσπου ο μάγκας, τυφλωμένος απ’ το θρησκευτικό του φανατισμό, και γύρευε από τι άλλα κόμπλεξ, πήγε με τρεις συνεργούς του και κατέστρεψε το βωμό του Μίθρα.
Φυσικά θανατώθηκε κι η εκκλησία έσπευσε να ανακηρύξει "άγιο" αυτόν τον παρανοϊκό!
Υποτίθεται πως έκτοτε ο συγκεκριμένος άγιος προστάτεψε πολλές φορές την πόλη από ξένους επιδρομείς. Όπως προστάτευε και την Κωνσταντινούπολη η Παναγία. Τ’ αποτελέσματα της προστασίας τα βλέπετε...
Περνάω στα γρήγορα απ’ τη Μονή Βαζελώνος, αφιερωμένη στον Τίμιο Πρόδρομο. Τ’ όνομά της μου θυμίζει "βάζελο" και την αντιμετωπίζω με αρνητική προκατάληψη.
Την είχαν κάψει οι Πέρσες αλλά την επανίδρυσε ο Αρμένης στρατηγός του Ιουστινιανού, ο Βελισάριος, που μάλλον καταγόταν από τούτα τα μέρη.
Κοντά στο χωριό Κουστούλ, πάνω σ’ ένα βραχώδη λόφο που θυμίζει Μετέωρα, βρίσκεται η Μονή Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα. 
Γενικά, οι Τούρκοι τιμούν και ευλαβούνται πολύ τον Άγιο Γεώργιο. Τον ταυτίζουν μ’ έναν κάπως παράξενο δικό τους άγιο, τον Χιζίρ Ηλιάς, που τον θεωρούν κάτι σαν μετενσάρκωση του προφήτη Ηλία.
Η Μονή είχε καεί το 1903 αλλά τον επισκεύασε αργότερα ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ. Τι τράβηξαν οι καημένοι χριστιανοί απ’ τους Τούρκους. Με το μαχαίρι στο λαιμό ζούσαν...
Φυσικά, δεν υπήρχε περίπτωση να μην περάσω κι απ’ το όρος Μελά, 40 χλμ απ’ την Τραπεζούντα, για να δω από κοντά το φημισμένο μοναστήρι της Παναγιάς.
Ιδρύθηκε μάλλον τον 11ο αιώνα από κάτι καλογέρια απ’ την Αθήνα.
Οι Κομνηνοί με χρυσόβουλά τους παραχώρησαν τόση περιουσία και προνόμια στους φουκαράδες τους δήθεν "ασκητές", που θα τα ζήλευαν κι οι εμίρηδες...
Τα προνόμια της Μονής τα διατήρησαν και τα επαύξησαν όλοι οι Οθωμανοί σουλτάνοι, απ’ τον Σελήμ Α’ μέχρι τον Α’ Παγκ. Πόλεμο.
Το 1923 εγκαταλείφθηκε μετά τη συντριβή του αυτονομιστικού ποντιακού αντάρτικου. Το 1930 ολοκλήρωσε την καταστροφή μια μεγάλη πυρκαγιά, αλλά το συγκρότημα αναστηλώθηκε το 2001.
Επιστρέφω στην πόλη.
Κι αράζω για καφέ κάτω από κάτι θαλασσί ομπρέλες δίπλα στο τζαμί-τέμενος της Γκιουλμπαχάρ.
Αυτή η κυρά ήταν πρώην χριστιανή που την παντρεύτηκε ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β. Γέννησε τον επόμενο σουλτάνο, τον Σελήμ τον Σκληρό, που έχτισε προς τιμήν της το τέμενος γύρω στα 1510...

Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Ένας Καρπενησιώτης στη Λεγεώνα των Ξένων! (Β’ - Λίπασμα της ερήμου...)

Οι παλιοί άρχισαν να βλέπουν με κάποια συμπάθεια τον "κοντό Ρούμι". 
Μου δίνουν τσιγάρα και με εμψυχώνουν: "Μη νομίζεις πως είναι και τίποτα να σκοτώνεις ανθρώπους... Στα χαρακώματα η νύχτα δεν περνάει με τίποτα. Όταν ρίχνει το πυροβολικό, δε βλέπεις που σκάνε οι οβίδες και νομίζεις πως πέφτουν δίπλα σου. Τη μέρα που τις βλέπεις, υπολογίζεις και κάνεις κουράγιο"...
Πράγματι, το χαράκωμα θυμίζει τάφο. Η νύχτα τάρταρα κι ο πόλεμος αποκάλυψη. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σε βρει ένα βλήμα, μια σφαίρα, ένα θραύσμα. 
Κείνη τη στιγμή δε σκέφτεσαι τίποτα. Μόνο την καρδιά σου ακούς να χτυπά δυνατά και νιώθεις τα μηνίγγια σου να φουσκώνουν.
Κάθε δεκαπενθήμερο πληρωνόμαστε. Τα γύρω χωριά κι οι κωμοπόλεις έχουν πανηγύρι. Τα μπουρδέλα φορούν τα γιορτινά τους. Πολλά κορίτσια παρατάν τα σπίτια τους και τρέχουν για μερικές αρπαχτές.
Είναι σπουδαίοι πελάτες οι Λεγεωνάριοι. Πίνουν, τρων, πληρώνουν και φεύγουν. Εννοείται πάντα μεθυσμένοι. Τις νύχτες αυτές η εγκληματικότητα χτυπάει κόκκινο. Γιατί οι στρατιώτες πάντα οπλοφορούν.
Σε λίγο το τάγμα θ’ αναχωρήσει κι από δω. Έχουμε παραγνωριστεί με τους ντόπιους. Κι αυτοί συνειδητοποίησαν πως η ζημιά που κάνουμε είναι μεγαλύτερη απ’ το κέρδος τους.
Εμείς όπου και να πάμε... περνάμε, αφήνουμε σκόνη, λεφτά, μπάσταρδα, μερικούς σκοτωμένους και φεύγουμε.
Σιγά-σιγά γίνομαι σαν όλους τους άλλους. Σκληρός, αδιάφορος, χωρίς συμπόνια και καλοσύνη. Το μυαλό μου είναι μόνο στα λεφτά, στα μουνιά και στο λαθρεμπόριο.
Οι Λεγαωνάριοι δεν πίνουν ποτέ μπύρα. Πίνουν μόνο δυνατά ποτά. 
Απόψε έχω ένα κακό προαίσθημα. Κουβεντιάζω με τον εαυτό μου. Είναι η ώρα των ερωτημάτων, των αναστεναγμών και των αναμνήσεων. Γονείς, φίλοι, παλιές γκόμενες, τα ψηλά βουνά της πατρίδας μου...
Το πρωί η είδηση σκάει σα βόμβα: τα μαζεύουμε και φεύγουμε για την έρημο!
Οι νέοι δεν ξέρουμε τι σημαίνει αυτό, αλλά βλέπουμε τους παλιούς να δαγκώνουν τα χείλη τους και τρομάζουμε.
Ένας γερόλυκος με χτυπάει φιλικά στην πλάτη: "άντε, ήρθε η ώρα να μασίσουν και τα δικά σου δόντια άμμο"!
Αρχίζω να συνειδητοποιώ τη σημαίνει "έρημος".
Για έναν Καρπενησιώτη είναι χειρότερη απ’ τη θάλασσα, απ’ τη φωτιά, απ’ την ίδια τη ζωή!
Παντού άμμος, χαμόδεντρα, πέτρες.
Κάθε μέρα είναι αιώνας. Όλα απέραντα και καίνε σαν τα καζάνια της κολάσεως. 
Και τη νύχτα παγώνεις μέχρι το μεδούλι. Φυλάω σκοπιά με το μανδύα ως τ’ αυτιά και το δίκοχο ως τα φρύδια. 
Όλες οι δουλειές πρέπει να γίνουν ως τις δέκα το πρωί. Μετά κάθε σωματική κόπωση σε στέλνει να γίνεις λίπασμα...

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

"Βασανισμός πέους"!

Η ζωή μου όλη μια αμαρτία. Μια μεγάλη τρικυμία.
Ένα μεγάλο μέρος της περιστρέφεται γύρω απ’ τα πορνεία.
Η πρώτη μου επαφή με το "αμάρτημα" έγινε στην εφηβική ηλικία.
Στη Βαρβάκειο αγορά.
Τότε δεν είχαν έρθει ακόμα οι ξένες. Περνούσα απ΄την πιάτσα των "υπέρβαρων". Ένας τόφαλος άνω των 160 κιλών, καθόταν πάνω σ’ ένα καφάσι της φρουταγοράς, μου έκλεισε το μάτι και μου ’πε: "πάμε δίπλα να τα πούμε;". Όπου "δίπλα" ήταν ένα ξενοδοχείο της κακιάς ώρας, βρωμερό κι ελεεινό...
Ήθελα πολύ να πάω, αλλά ως επαρχιωτόπουλο κι άβγαλτο, είχα τους ενδοιασμούς και τα κόμπλεξ μου. 
Ντρεπόμουν πολύ αλλά την άφησα να με γδύσει. Με χάιδευε συνεχώς και μου έλεγε γλυκόλογα που δεν είχα ξανακούσει στη ζωή μου.
Δυστυχώς μου "έφυγαν" πριν κάνουμε κάτι. Μάλλον το ’κανε επίτηδες η καριόλα. Για να ξεμπερδέψει γρήγορα με τον "βλαχάκο". Αλλά από τότε δεν την ξαναπάτησα. Πάντα, πριν πάω στο μπουρδέλο, τον έπαιζα κι έχυνα ένα τεταρτάκι νωρίτερα...
Όταν ήμουν πιτσιρής γκάστρωνα γαϊδάρα στον ανήφορο που λένε.
Στο στρατό, τέσσερις τα ξημερώματα, μας πήγαινε το Ρέω στη σκοπιά. Απ’ τα σκαμπανεβάσματα του χωματόδρομου μού σηκωνόταν και μου ξανάπεφτε στις επτά το απόγευμα.
Υπηρέτησα 21 μηνάκια. Τρεις φορές τα περίπολα με έπιασαν με το κράνος στο κεφάλι, το Τζι-3 στον ώμο και το πουλί στη χούφτα.
Και την άλλη μέρα το πρωί έβγαινα "στη σέντρα" κι άκουγα το Διοικητή να μου ρίχνει πενθήμερη φυλάκα "για βασανισμό πέους"!
Αλλά ας επανέλθουμε στις πρώτες μπουρδελοεμπειρίες μου.
Μετά τη Βαρβάκειο αναβαθμίστηκα. Καψουρεύτηκα ένα πουτανίδιο στη Φυλής. Εκείνη μου ξεπαρθένεψε το μυαλό και τον πούτσο. Θυμάμαι πως έπαθα μια μικρή αιμορραγία απ’ το σπάσιμο της αντρικής παρθενιάς μου. Αλλά ήξερε και με περιποιήθηκε σωστά...
Μαζί της τα έκανα όλα. Ολοκληρωμένα και με τη βούλα της Κρατικής Υπηρεσίας Ευρεσιτεχνίας.
Αυτή με έμαθε ακόμα και πώς τον παίρνουν οι γυναίκες "απ’ τ’ αυτιά"!
Μετά άρχισα να γνωρίζω και "φυσιολογικές" γυναίκες.
Ήταν η εποχή των παχιών αγελάδων.
Μπορεί να φόραγα κακόγουστα ρούχα και φτηνά αρώματα, αλλά είχα φράγκα και φαινόταν. Κι αυτό τραβάει σα μαγνήτης τα γκομενάκια...
Ούτε θυμάμαι κείνη την περίοδο σε πόσους τουρλωτούς κώλους τον έχωσα...
Αλλά τώρα φαλίρισα. Φινίτο...
Είμαι σαν καράβι που του ’σπασε η άγκυρα.
Από εμίρης έγινα κακομοίρης. Ένα φτηνό πορνώδες γεροντίδιο.
Όταν ήμουν φραγκάτος είχα ευεργετήσει πολλούς. Τώρα όλοι τους με φτύνουν κανονικά. Κάνουν πως δεν με γνωρίζουν...
’Οταν πτωχεύεις ψάχνεις το τζάμπα. Κάπου να βρεις έναν καφέ δωρεάν. Προσπαθώ να τη βγάλω λαθραία. 
Δεν με παίρνει από κάτω. Μη σας πω πως τη βρίσκω κι όλας. Μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια.
Έχω βρει πολλές και διάφορες καβάτζες.
Π.χ. στην Αγγλικανική Εκκλησία στη Φιλελλήνων κάθε Κυριακή προσφέρουν μετά την ακολουθία καφέ δωρεάν. Δεν χάνεται τέτοια ευκαιρία.
Γενικώς, βλέπω το κακό να με πλησιάζει, αλλά δεν θέλω να το πιστέψω.
Το καράβι έχει αρχίσει να βουλιάζει κι εγώ είμαι μέσα και χωρίς σωσίβιο...

Δευτέρα 9 Μαΐου 2016

"Ημερολόγιο λιποταξίας" (90) - Μας κυνηγάνε τα φαντάσματα του αμαρτωλού εθνικού μας παρελθόντος!

Η Τραπεζούντα ήταν στη Μαύρη Θάλασσα τον 19ο αιώνα ό,τι ήταν η Σμύρνη στο Αιγαίο κι η Αλεξάνδρεια στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ήταν μια πόλη πολυπολιτισμική. Κυριαρχούσε, βέβαια, το μουσουλμανικό στοιχείο, αλλά έβλεπες παντού τις αρμένικες, τις περσικές, τις καυκασιανές, τις ρώσικες, τις δυτικές και τις ρωμαίικες επιρροές.
Η περιοχή του ανατολικού Πόντου ποτέ δεν "έδεσε" απόλυτα με το ρωμαϊκό κράτος. 
Οι μεγαλογαιοκτήμονες της περιοχής, που ανήκαν σε πανίσχυρες αρμένικες οικογένειες, διεκδικούσαν επί μονίμου βάσεως την αυτονομία τους. Γνωστότερη αρμένικη οικογένεια ήταν οι Γαβρά που κατέλαβαν την πόλη και την ανακήρυξαν δική τους επικράτεια επί 3 σχεδόν χρόνια στις αρχές του 12ου αιώνα.
Οι Κομνηνοί ίδρυσαν στις αρχές του 13ου αιώνα την Αυτοκρατορία τους στην περιοχή, με τη βοήθεια της βασίλισσας των Γεωργιανών Θαμάρ. Αλλά αρνήθηκαν να επιστρέψουν στους κόλπους της ρωμαίικης αυτοκρατορίας όταν οι Παλαιολόγοι ανακατέλαβαν την Πόλη.
Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας επιβίωσε επί 250 χρόνια χάρη στους λεπτούς διπλωματικούς χειρισμούς των Κομνηνών, που φρόντιζαν να συνάπτουν συμμαχίες και συγγενικούς δεσμούς με Παλαιολόγους, Γεωργιανούς, Τουρκομάνους εμίρηδες, Τζάνους κ.λπ.
Η καταστροφή της Τραπεζούντας και του Πόντου ξεκίνησε όταν κάτι πονηροί διανοούμενοι και μερικοί παμπόνηροι παπάδες θεώρησαν, εκεί γύρω στις αρχές του 20ού αιώνα, πως θα μπορούσαν να στήσουν το δικό τους "μαγαζάκι"!.
Νόμισαν πως ο Α’ Παγκ. Πόλεμος, και η διαφαινόμενη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν η μεγάλη ευκαιρία για να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους.
Εννοείται πως έσπευσαν να επωφεληθούν απ’ την κατάσταση και όλα τα κράτη-αρπακτικά. Και πρώτη απ’ όλους η Ρωσία, που κατέλαβε την Τραπεζούντα απ’ τον Απρίλιο 1916 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1918. Με τοποτηρητή της κατοχής της τον δεσπότη Χρύσανθο, που δεν τον χωρούσαν τα ράσα του και ήθελε να το παίξει εθνάρχης. 
Φυσικά, οι Τούρκοι τον καταδίκασαν ερήμην εις θάνατον και δεν θα ’χε καλό τέλος αν δεν το έσκαγε νύχτα.
Ο Χρύσανθος, και σχεδόν σύσσωμος ο χριστιανικός κλήρος της περιοχής, έκαναν τα πάντα για να διχάσουν το λαό του Πόντου. Να εξάψουν τα θρησκευτικά και εθνικά μίση, να τραβήξουν το σχοινί στα άκρα και να δημιουργήσουν μια αφόρητη κατάσταση όπου ο θάνατος των μεν να είναι η ζωή των δε.
Απ’ τη σύγκρουση αυτή βγήκαν χαμένοι οι χριστιανοί του Πόντου. Φυσικό και επόμενο να εκδιωχθούν απ’ τα μέρη τους. Βαφτίστηκαν άρον-άρον "Έλληνες" (ενώ έως τότε ονομάζονταν "Καυκασιανοί", ούτε καν "Πόντιοι") και μεταφέρθηκαν στη χώρα μας προκειμένου να καλυφθούν τα πληθυσμιακά κενά που δημιουργήθηκαν απ’ την εθνοκάθαρση των Βουλγάρων στη Μακεδονία.
Αυτή είναι η αλήθεια. Κι όσο την κρύβουμε θα μας κυνηγάνε τα φαντάσματα του παρελθόντος...

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Είμαι 16άρης, σας γαμώ τα λύκεια! (Α’) - Δείξε μου τ’ αρχίδι σου να σου πω ποιος είσαι!

Δεν ξέρω ούτε με νοιάζει τι γράφει η ταυτότητα.
Ή, μάλλον, ξέρω: πως είμαι ετών 48! Ουδέν ψευδέστερον, αναληθέστερον και συκοφαντικότερον!
Εγώ είμαι 16! Και μάλλον πολλά είπα. Για δεκατετράχρονο με κόβω...
Διαβάζω σ’ ένα σάιτ πως με τα γλωσσόφιλα μεταδίδονται διάφορα μικρόβια κι αρρώστιες. Γιατί θα πρέπει να με ανησυχεί αυτό; Δεν έχω φτάσει καν στα γλωσσόφιλα. Για την ακρίβεια δεν έχω φτάσει καν σε φιλί. Ούτε κορίτσι έχω...
Αυτό με αγχώνει κάπως. Το επόμενο σαββατόβραδο θα πάω πάλι στη ντίσκο. Στη Μπαρμπαρέλα. Εκεί μπορείς να γνωρίσεις πολύ κόσμο. 
Μαλακίες λέω. Στα τέτοια μου ο κόσμος. Κορίτσια θέλω να γνωρίσω. Κι η Μπαρμπαρέλα είναι η χαρά του μπάκουρου...
Δεν ξέρω αν φταίει η Άνοιξη, αλλά πέταξα κάτι καυλόσπυρα που βγάζουν μάτι. Κι όχι ένα. Τρία: μύτη, σαγόνι, μέτωπο. 
Τα είδε η φαρμακοποιός της γειτονιάς μου και με καθησύχασε: "Είναι της ηλικίας σου. Στα εξήντα θα φύγουν μόνα τους"...
Γουστάρω να μ’ αγκαλιάζει η μάνα μου, αλλά ποτέ μπροστά σε άλλους. Αν μας παίρνει κανένα μάτι, της φωνάζω άγρια: "Κομμένα αυτά είπα".
Τελικά, την γαϊδουροεφηβεία μου την πληρώνει η καημένη η μανούλα. 
Την υποχρεώνω ν’ ανησυχεί όταν αργώ τα βράδια, να με παίρνει κάθε τρεις και λίγο στο κινητό κι εγώ να της βάζω δήθεν τις φωνές που με καταπιέζει. 
Επιπλέον, οφείλει να με περιμένει άγρυπνη μέχρι να γυρίσω ξημερώματα. Η Αθήνα είναι πολύ επικίνδυνη πόλη για εφήβους ξενύχτηδες, κι οι καλές μανούλες οφείλουν ν’ ανησυχούν...
Ως έφηβος έχω πολλούς μπελάδες. Ένας απ’ αυτούς είναι πως πρέπει να κάνω μπάνιο κάθε μέρα. Βλέπεις είν’ η εποχή που οι ορμόνες χτυπάνε κόκκινο κι ακολουθούν οι σχετικές εκκρίσεις.
Πρέπει ν’ αλλάζω πολύ συχνά και σλιπάκι. Πάει ο παλιός καλός καιρός των ολόστεγνων νυχτών...
Δεν θέλω να ξαναπάω σχολείο, στρατό, καράβια, Λεγεώνα των Ξένων κι εκκλησία. Αντίθετα γουστάρω πανεπιστήμιο, μπουρδελότσαρκες και νηπιαγωγείο...
Το δωματιάκι μου θα είναι πάντα σα να πέρασε ανεμοστρόβιλος. Θα προσπαθώ κάθε μέρα να γνωρίζω καινούργιους ανθρώπους, να βλέπω νέες φάτσες, ν’ αλλάζω δρομολόγια.
Εκεί, στην "κάτω περιοχή", έχουν αρχίσει εδώ και καιρό να συμβαίνουν περίεργα πράγματα.
Έχω και τον Φ. που βαρέθηκε, λέει, τον ανταγωνισμό ποιος θα κατουρίσει μακρύτερα. Και με προκαλεί ν’ "αλληλομετρηθούμε" αλλιώς πως. Δεν έχω αντίρρηση, αλλά δεν ξέρω από που ακριβώς πρέπει ν’ αρχίσει το μέτρημα. Πήραμε έναν χάρακα, μετρηθήκαμε και με πέρασε.
Δεν παραδέχομαι την ήττα μου. Ο χάρακας ήταν παγωμένος και μου ζάρωσε. Αν μετρηθούμε με τη μεζούρα σίγουρα θα τον νικήσω...
Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα να τσεκάρουμε και το μέγεθος των παράπλευρων εξαρτημάτων. Να μετρήσουμε τα μπαλάκια μας.
Εδώ τα πράγματα μπερδεύτηκαν αρκετά. Γιατί εμένα ο αριστερός όρχις κρεμόταν λίγο πιο χαμηλά απ’ τον δεξιό.
Μπορεί να ’χει σχέση και με τις πολιτικές απόψεις που θα διαμορφώσω σα μεγαλώσω...

Τρίτη 3 Μαΐου 2016

Ένας Καρπενησιώτης στη Λεγεώνα των Ξένων! (Α’ - Στο κέρατο του Σατανά)

Το πρώτο καλό στη Λεγεώνα είναι πως δεν σε ρωτάνε "ποιος είσαι", "τι είσαι", "τι έχεις κάνει στη ζωή σου". Το δεύτερο καλό είναι πως τα λεφτά που παίρνεις δεν τα λες και λίγα.
Αλλά εδώ τελειώνουν τα "καλά" κι αρχίζουν τ’ "άσχημα"...
Η καρδιά της Λεγεώνας χτυπά στη Βόρεια Αφρική. Κι η ψυχή της βρίσκεται στην έρημο. Μόνο το κεφάλι της κι η τσέπη της είναι στο Παρίσι.
Όταν πρωτοπαρουσιάζεσαι, έτσι για το ψάρωμα, σε "ξεναγούν" στα κρατητήρια. Τα κελιά είναι βαθιά στη γη. Θυμάμαι πως κατέβηκα πολλά σκαλιά. 
Από κάπου ακούγεται ένα τραγούδι ανατολίτικο. Μια φωνή λυπητερή και πονεμένη. Ο σκοπός χτυπάει το όπλο του κι όλα ησυχάζουν...
Αμέσως μετά σε πάνε στη "σκηνή των ανεπιθύμητων", των "μαύρων". Παλιότερα τους έλεγαν "λύκους". 
Εδώ τοποθετούνται όσοι "ντρόπιασαν" τη Λεγεώνα. Οι λιποτάκτες, οι δειλοί, όσοι μέθυσαν και τους βρήκαν γυμνούς σε κάποιο σοκάκι της Αραπιάς. Είναι μεγάλη ντροπή για το Λεγεωνάριο να μεθύσει και κάποιοι επιτήδειοι να τον γδύσουν, να τον δέσουν χειροπόδαρα και να του πάρουν το όπλο και τα λεφτά...
Αμέσως μετά σε τοποθετούν σε μια απ’ τις σκηνές του στρατοπέδου. Ο "σκηνάρχης" σε συστήνει στους άλλους. Φυσικά, ο καλύτερος απ’ αυτούς σκότωσε τη μάνα του. 
Ένας στραγγάλισε τρεις στο Παρίσι κι οι εφημερίδες τον ανακήρυξαν "δολοφόνο της δεκαετίας". Αλλά στη Λεγεώνα, σ’ ένα χωριό κοντά στ’ Αλγέρι, έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια πέντε και τον έκαναν λοχία!
Ο καθένας έχει το τεφτέρι του κι όλοι το ’χουν κλειδωμένο.
Εδώ δεν ακούς πολλά λόγια. Λίγα και καλά: "Εμείς δεν έχουμε ούτε όνομα ούτε οικογένεια ούτε πατρίδα. Δε γονατίζουμε μπροστά σε τίποτα. Ούτε σε Χριστό ούτε σε Αλλάχ. Είμαστε λεγεωνάριοι!"...
Για μένα όλα εδώ είναι πρωτόγνωρα. Ήρθα για να ξεχάσω και να ξεχαστώ, αλλά νιώθω σα να βρίσκομαι στο κέρατο του Σατανά.
Άρχισα να απελπίζομαι μόλις συνειδητοποίησα πως δεν περιμένεις την ημέρα της απόλυσής σου. Δεν περιμένεις να γυρίσεις σπίτι. Δεν σε ζητούν στο τηλέφωνο ή στο επισκεπτήριο. Έχει αγοράσει την ψυχή μας ο διάολος. Μπορεί να ’χουμε γίνει βιβλία, τραγούδια, θρύλος, αλλά ποιος τα γαμεί όλ’ αυτά την ώρα που μες στο λιοπύρι σκάβεις το χαράκωμά σου;
Θέλει ειδική τεχνική το χαράκωμα. Πρέπει να είναι βαθύ και στενό. Ίσα που να χωράς. Ίδια σκουληκότρυπα. 
Και στα τοιχώματα πρέπει να σκάψεις ειδικές τρύπες για τις κάσες των πυρομαχικών. 
Τα χαρακώματα του ελληνικού στρατού είναι κουδουνίστρες για μωρά...

Κυριακή 1 Μαΐου 2016

"Ημερολόγιο λιποταξίας" (89) - Βλέπω καλά; Μετακόμισε η Σαλονίκη στη Σαμψούντα;

Τη Σαμψούντα, αρχαία Αμισό, δεν μπορείς να την πεις γοητευτική πόλη.
Οι ένδοξες μέρες του 19ου αιώνα, με τον πλούτο της καπνοκαλλιέργειας, άφησαν μεν κάποια ίχνη αλλά ελάχιστα...
Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν έρθει χιλιάδες εσωτερικοί μετανάστες από φτωχές αγροτικές περιοχές του Πόντου, κι αυτό, όσο να ’ναι, υποβάθμισε το άλλοτε μεγάλο λιμάνι.
Για ν’ ανέβεις στο λόφο της Αμισού πρέπει να πάρεις το τελεφερίκ που ξεκινάει απ’ το λιμάνι, δίπλα στο πάρκο Μπατί. 
Κάθομαι στο υπέροχο αναψυκτήριο του δήμου και ρεμβάζω. Πιο κει δεσπόζει ένα καλαίσθητο άγαλμα αμαζόνας. Σύμφωνα με το μύθο εδώ ήταν ο τόπος των Αμαζόνων.
Χαμογελάω πονηρά. Σκέφτομαι πως ο δικός μου αγαπημένος λόφος, του Φιλοπάππου στην Αθήνα, ήταν ο τόπος που ο Θησέας νίκησε τις Αμαζόνες...
Όταν ανεβήκαμε στο λόφο, πάω κατευθείαν στους δυο ασύλητους τάφους που χρονολογούνται στην εποχή που η Αμισός ανήκε στο Βασίλειο του Πόντου, δηλαδή των Μιθριδατών. 
Η οικογένεια αυτή ήταν περσικής καταγωγής αλλά διέθεταν ελληνική παιδεία και είχαν ως επίσημη γλώσσα τους την κοινή ελληνιστική.
Το βασίλειο καταλύθηκε απ’ τους Ρωμαίους το 67 π.Χ.
Η Οθωμανική περίοδος, που σημάδεψε την ιστορία της πόλης, δεν ήταν μια ομοιόμορφη κατάσταση. 
Τους 17ο και 18ο αιώνες η Σαμψούντα ήταν ένα ασήμαντο ψαροχώρι. 
Το 1774 ήταν έτος-ορόσημο για όλους τους χριστιανούς υπηκόους του Σουλτάνου. Υπογράφεται η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή όπου τίθενται υπό την επίσημη προστασία της Ρωσίας και τους επιτρέπεται η άσκηση εμπορικής δραστηριότητας και μετανάστευσης.
Ακολουθούν δυο ακόμα πολύ σημαντικές μεταρρυθμίσεις, με τα διατάγματα του Χάτι Σερίφ (1832) και Χάτι Χουμαγιούν (1856).
Απ’ τις αρχές του 19ου αιώνα μεταφέρονται σταδιακά στην πόλη, αλλά και σ’ ολόκληρο τον Πόντο, χιλιάδες Αρμένιοι. 
Η οικονομική της ανάπτυξη προσελκύει και πολλούς Ρωμιούς, με αποτέλεσμα η πόλη ουσιαστικά να εμφανίζεται τριχοτομημένη, αν λάβουμε υπόψιν μας και την ισχυρή παρουσία μουσουλμανικού πληθυσμού.
Όμως η Σαμψούντα είναι πάνω απ’ όλα η "πόλη του Κεμάλ". Σ’ αυτό αναφερθήκαμε λεπτομερέστερα σε προηγούμενη ανάρτηση.
Εδώ περιοριζόμαστε ν’ αναφέρουμε πως λίγο έξω απ’ τη Σαμψούντα, στο δρόμο για Τσαρσαμπά και Τραπεζούντα, υπάρχει ένα πολύ αξιοπερίεργο έκθεμα.
Οι τουρκικές αρχές έχουν φτιάξει, ανάμεσα σε μάντρες και συνεργεία αυτοκινήτων, ένα πιστό αντίγραφο του διωρόφου σπιτιού που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Κεμάλ, στην οδό Αποστόλου Παύλου της Θεσσαλονίκης!