Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016

Με το Θρύλο στο Βέλγιο...

Οι κολλητοί μου γουστάρουν να κυνηγάν το Θρύλο σε Γάνδες και Μπριζ. Περί ορέξεως ουδείς λόγος. Αλλά εγώ καλοκαιριάτικα έχω άλλα σχέδια. Όσο ακόμα κελαϊδάει ο δρυοκολάπτης μου θα τον χώνω αβέρτα όπου βρίσκω τρύπα. 
Ο καλός ο μύλος όλα τ' αλέθει. Λυγερόκορμες Βαλώνες και χοντρόκωλες Φλαμάνες.  Ποτέ δεν κοίταξα ηλικία. Τα όρια τα θέτει η μάνα κι η κόρη σου. Απλά, ποτέ δεν πηδάς καμία μικρότερη της κόρης σου και μεγαλύτερη της μάνας σου...
Παρατάω τον Λέχρα, τον Λιγδιάρη και τον Σινάχη και φεύγω για Αμβέρσα. Ραντεβού στις Βρυξέλλες για επιστροφή στην Αθήνα. Ως τότε ο κάθενας με το ραβδί του και την ψωλή του...
Μια αόρατη δύναμη μ' έσπρωχνε στα δρομάκια της Αμβέρσας, τα δροσερά κι ανήλιαγα. 
Σ' αυτό το λιμάνι ποτέ δεν θυμάσαι τις νύχτες. Μόνο τα πρωινά μένουν στο μυαλό σου. Με τις αχτίνες του ήλιου να μπαίνουν στο δωμάτιο και δίπλα σου απλωμένο το γυμνό δέρμα κάποιας πουτάνας...
Στο πρώτο μπαρ που μπήκα, αμέσως βλεφάριασα ένα μουνί που φαινόταν πως κάνει καλό γαμήσι. 
Με το δεξί μου χέρι έξησα τ' αχαμνά μου. Ένας παλιός ναυτικός μου είχε πει πως πάντα όταν είμαι ανάμεσα σε πολλές γυναίκες να "τακτοποιώ την οικογένεια". Αυτό αρέσει πολύ στις γκόμενες. Σε δείχνει σέξι κι εκείνες καυλώνουν.
Πήγαμε στις τουαλέτες. Άρχισε να τρίβει τον κώλο της στον πούτσο μου. Έχωσα το χέρι μου στην κιλότα της. Δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου. 
Με ανέβασε στο καπάκι της τουαλέτας και μου έκανε από κάτω ένα σπατουλάρισμα ξεγυρισμένο. Απ' τον πούτσο πήγαινε στ' αρχίδια, μετά στον κώλο και πάλι απ' την αρχή. Κι όταν τον πήρε όλο στο στόμα της τον κατέβασε μέχρι κάτω. Απορώ πώς το κάνουν αυτό μερικές γκόμενες χωρίς να πνίγονται...
Επόμενη στάση σ' ένα κλαμπάκι. 
Ένα κορίτσι κουνιέται απίστευτα. Την πλησιάζω. Η αισθαντική μυρωδιά της με ποτίζει ως το αίμα. Σαν ρούμι σφηνάκι. Μια κι έξω.
"Μπορείς απλώς να με χωρεύεις", μου λέει. "Και να καυλώνεις, δεν μ' ενοχλεί"...
Κάτι τέτοια γκομενάκια με κάνουν να ξεχνώ πόσο ηλίθιος και πελαγωμένος στη ζωή είμαι.
Πιάνουμε ένα τραπεζάκι. Το ξέκωλο παραγγέλνει αβέρτα ποτάκια. 
Το έργο το 'χω ξαναδεί. Στο τέλος θα μου φέρουν έναν λογαριασμό μαμούθ, δεν θα 'χω να τον πληρώσω, θα φωνάξουν τον μπράβο του μαγαζιού, κάποιο τέρας αράπακλα, εκείνος θα με πιάσει απ' το λαιμό και θα με σηκώσει μισό μέτρο απ' το έδαφος, τα μάτια μου θα πεταχτούν έξω σαν του Κυριάκου, στο τέλος θα βρούμε κάποια συμβιβαστική λύση. Θα μου κρατήσουν το διαβατήριο για μια μέρα μέχρι να βρω τα λεφτά και να τους τα φέρω...
Να, κάτι τέτοιες ώρες χρειάζομαι τους κολλητούς που πέφτουν  στη φωτιά και καθαρίζουν για πάρτη μου. Αλλά τέτοια ώρα θα είναι στο μπαρ του γηπέδου της Μπριζ και θα ρουφάνε φτηνές μπύρες τα καθάρματα...

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

Γιατί είμαι (ή δεν είμαι) Μαρξιστής! (Α’ - Γιατί οι μαρξίστριες έχουν κλειστά τα μπούτια;)

Ας ξεκινήσουμε απ’ τα βασικά:
Κατ’ αρχήν ο Μαρξ γεννήθηκε στη Γερμανία. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Άλλωστε, τον 19ο αιώνα η Γερμανία ήταν το παγκόσμιο κέντρο της φιλοσοφίας. Σαν την αρχαία Αθήνα ένα πράγμα.
Κατά δεύτερον, ήταν καταγωγής εβραϊκής, από γενιά ραβίνων και μεγάλωσε ως τα έξι του χρόνια σε αυστηρό εβραϊκό περιβάλλον.
Αυτό, μάγκες μου, δεν μπορούμε να το ξεπεράσουμε εύκολα. Είναι πρόβλημα! 
Δεν είμαστε ρατσιστές, αλλά, πώς να το κάνουμε, οι Εβραίοι έχουν ορισμένες εμμονούλες. Και η μεγαλύτερη απ’ αυτές είναι πως όλοι ονειρεύονται να γίνουν Μεσσίες, άντε στη χειρότερη Προφήτες.
Νομίζω πως κάπου εκεί την πάτησε κι ο Μαρξ. Έκανε του κόσμου τις προφητείες για το μέλλον του κόσμου, που κατά 99% διαψεύστηκαν.
Έπεσε εντελώς έξω στις προφητείες του για την εξέλιξη του καπιταλισμού. Η μεσαία τάξη δεν εξαφανίστηκε ούτε προλεταριοποιήθηκε, αντιθέτως οι προλετάριοι αστικοποιήθηκαν, αυξήθηκε το βιοτικό τους επίπεδο και μετατράπηκαν σε νεοσυντηρητικούς του κερατά, έτοιμη τροφή για Χρυσές Αυγές και Εθνικά Μέτωπα...
Και φτάνουμε στο τρίτο: όταν ο Μαρξ ήταν έξι ετών η οικογένειά του άλλαξε θρήσκευμα και ασπάστηκε τον Χριστιανισμό-Λουθηρανισμό.
Κανείς δεν το έχει αναλύσει σε βάθος αυτό το ζήτημα. Το κάνω εγώ, εδώ και τώρα, για πρώτη φορά παγκοσμίως.
Για τον μικρό Μαρξ αυτή η μεταστροφή βιώθηκε ως εξής: ο Μεσσίας που περιμένουν οι Εβραίοι δεν θα έρθει ποτέ. Ας παραμυθιάσουμε τον εαυτό μας πως ήρθε για να ξεμπερδεύουμε μ’ αυτές τις μπερδεψοδουλίτσες. Κι ας περιμένουμε τη Βασιλεία των Ουρανών και τη Δευτέρα Παρουσία που επίσης δεν θα έρθουν ποτέ!
Προσέξτε τώρα πώς αυτό το μοτίβο το μετέφερε στην πολιτική: παραμυθιάζουμε τον εαυτό μας πως ο Μεσσίας-Διεθνές Εργατικό Κίνημα ήρθε, ονειρευόμαστε τη Βασιλεία των Ουρανών-Δικτατορία του Προελταριάτου, ελπίζουμε στη Δευτέρα Παρουσία-Σοσιαλιστική Κοινωνία που επίσης δεν πρόκειται να έρθουν ποτέ, και συνεχώς αναβάλλουμε την "επανάσταση" (η Βασιλεία των Ουρανών "βιάζεται", λένε τα Ευαγγέλια) με το αιτιολογικό πως "οι συνθήκες δεν έχουν ακόμη ωριμάσει"!
Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως στην εποχή του ο Μαρξ ήταν "κόκκινο πανί" των περισσότερων εργατικών συνδικάτων επειδή συνεχώς τους αποθάρρυνε να επαναστατήσουν!
Και κλείνω με μια τελευταία παρατήρηση: αυτοί οι προτεστάντες, λουθηρανοί, καλβινιστές και το κακό συναπάντημα, είναι πολύ συντηρητικοί περί τα ηθικά. 
Όσο κι αν ο Μαρξ τους αποκήρυξε στην ωριμότητά του, είναι αδύνατο να μην τον επηρέασαν στην κρίσιμη παιδική του ηλικία. Δεν θεωρώ καθόλου τυχαίο πως ο μουσάτος κάθε άλλο παρά "γαμιάς" θεωρούνταν!
Ούτε είναι τυχαίο που ακόμα κι οι σημερινοί ΚουΚουΕδες είναι πιο ηθικολόγοι κι απ’ τους Ιεχωβάδες! Κοντεύω τα πενήντα κι ακόμα δεν γνώρισα μπολσεβίκα που ν’ ανοίγει τα μπούτια χωρίς ηθικές αναστολές...

Τρίτη 12 Ιουλίου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (Β’ - Όταν μου τραβάν μαχαίρι εγώ καβλώνω!)

Απ’ το Θησείο περνάω απέναντι στο Γκάζι. Γμτ μου... η περιοχή έγινε εντελώς κωλοχανείο!
Εγώ ζω σε μια εντελώς άλλη εποχή: στο προπολεμικό Γκάζι. Τότε που πίσω απ’ τον τοίχο του Φωταερίου γινόταν ζωοπανήγυρη. Πουλούσαν γαϊδούρια, μουλάρια, σανό, σαμάρια, χαλινά...
Και πιο κάτω, στις σιδηροδρομικές γραμμές ήταν το "γκέτο". Αν σου κόταγε ας πέρναγες από κει...
Κόβω μέσα στα στενάκια. Σπίτια παλιά, ακατοίκητα, ερειπωμένα.
Κολλάω σ’ ένα ετοιμόρροπο με παλιά ξύλινη πόρτα με το σιδερένιο κρίκο ακόμα πάνω της. Εδώ φαίνεται οι παλιοί ένοικοι έδεναν το γαϊδουράκι τους.
Σπρώχνω. Μπαίνω στην αυλή. Στη μέση ένα άχρηστο πηγάδι με το σκουριασμένο μαγκάνι του. Μια χτικιασμένη συκιά.  Ένα μισογκρεμισμένο πλυσταριό. Σοβάδες κρέμονται από παντού...
Ξαφνικά αναδεύεται μια κουρτίνα. Ένας κοκαλιάρης γέρος εμφανίζεται φορώντας κάτι σαν άσπρο φέσι. Μου κάνει νόημα να μπω. Μιλάει μισοελληνικά μισοτούρκικα.
Μπαίνω. Σ’ ένα δωμά οκτώ νομά. Ο αργιλές στη μέση χοχλάζει. Θαμπά ντουμάνια ανεβαίνουν με κυκλική κίνηση προς το νταβάνι. Αράζω κατάχαμα σ’ ένα καφετί μαξιλάρι.
Το μαρκούτσι βολτάρει από στόμα σε στόμα. Λιγωμένες ξερακιανές μούρες τραβούν πηχτές ρουφηξιές. Το καίνε, κι απ’ τη μυρουδιά πάνε να σπάσουν τα μηλίγγια σου.
Ένας μουστακαλής με σκουντάει και μου τον πασάρει για μια τζούρα. Το σάλιο πήζει απ’ τον αργιλέ.
Το γυαλί στη μέση του δωματίου έχει φορτωθεί κόχλες. 
Απ’ το πουθενά εμφανίζεται ένα κοριτσάκι. Ξυπόλυτο. Δεν πρέπει να ’ναι πάνω από δεκατριών. Φοράει μια κλαρωτή τσιγγάνικη φουστίτσα. Κρατάει ένα δίσκο και μας κερνάει. Ο κοκαλιάρης γέρος πιάνει και γρατσουνάει ένα παλιομπούζουκο. 
Η μικρή παρατάει το δίσκο, παίρνει τη μασιά κι αλλάζει τα καρβουνάκια στο λουλά.
Είμαι ήδη ζαλισμένος. Την κοιτάζω κι αναστενάζω. 
Εκείνη βλέπει λοξά το γέρο που της κάνει νόημα με το κεφάλι. Το κορίτσι αρχίζει να με πλησιάζει χορεύοντας. Βγάζω ένα χαρτονόμισμα και τ’ αφήνω στο δίσκο. Με πιάνει απαλά απ’ το χέρι και με πάει στο διπλανό δωμάτιο. Το μπουζούκι του γέρου δυναμώνει την ένταση...
Κάποια ώρα αποφασίζω να πάρω το δρόμο του γυρισμού. Έξω θεοσκότεινα. Κάπου σκοντάφτω. Ένα πρεζόνι στο πεζοδρόμιο βαράει ένεση στην πατούσα. Και παραδίπλα ένα άλλο σφίγγει το λάστιχο στο μπράτσο κι η φλέβα έχει ήδη πεταχτεί.
Στο απέναντι πεζοδρόμιο ένας μαλάκας με κόβει απ’ την κορφή ως τα νύχια. Έτσι κοντός που είμαι δεν του γεμίζω το μάτι. Τραβάει μαχαίρι. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν χρειάζονται διαπραγματεύσεις. Βγάζω το ρολόι και το πετάω στα πόδια του.
Απ’ τη  φάση έχω ξελαμπικάρει. Μου ανέβηκε η αδρεναλίνη και ξανακάβλωσα.
Αποφασίζω να μην πάω προς Ζωγράφου. Το κόβω με τα πόδια για Κολωνό. Στο λοφάκι με τα χαμηλά πεύκα. Εκεί συχνάζουν τέτοια ώρα αγοράκια που ψάχνουν για χαρτζιλίκι. Για χαρτζιλίκι και άσπρη...

Κυριακή 10 Ιουλίου 2016

"Ημερολόγιο λιποταξίας" (97) - Στην Αρμενία των βουνών και των θρύλων...

Φτάνουμε επιτέλους στην Αρμενία. Τούτη η χώρα είναι πολύ μικρή. Κάτι σαν την Αλβανία. Περίπου το 1/4 της Ελλάδας.
Η μοίρα φύτεψε τους Αρμένηδες σε πολύ δύσκολη περιοχή. Απ’ την αρχαιότητα πολλοί πολέμησαν να τους φάνε. Και πολλές φορές τους έφαγαν. 
Αλλά είναι ράτσα μυστήρια. Κατόρθωσε να επιζήσει.
Αν στην Ελλάδα επικρατεί μια φορά αντι-τουρκισμός, εδώ είναι χιλιαπλάσιος.
Αλλά για να είμαστε ειλικρινείς: οι Αρμένιοι δεν είναι και τα "καλύτερα παιδιά". Όταν περνούσε απ’ το χέρι τους έκαναν κι αυτοί μεγάλα εγκλήματα εις βάρος των Κούρδων και των Τούρκων. Νόμος της ζωής: μονός καβγάς δεν γίνεται...
Οι Αρμένηδες έχουν πολλά κοινά με τους Εβραίους. Έχουν κι αυτοί το εμπορικό δαιμόνιο. Κι είναι σκορπισμένοι σ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα. Σπάνια να βρεις μεγάλη πόλη χωρίς αρμένικο νεκροταφείο...
Απ’ τους σημερινούς κατοίκους της Αρμενίας μόνο το 20% είναι ντόπιοι. Οι παππούδες των υπόλοιπων είχαν γεννηθεί σε άλλα κράτη.
Κάνω μια καλή γνωριμία. Τον νεαρό Γκριγκόρ. Ο παππούς του είχε γεννηθεί στην Κοκκινιά κι έπαιζε στο Σχιστό. 
Ο Γκριγκόρ είχε ακούσει πολλές ιστορίες για τις αρμένικες συνοικείες της Καισαριανής, της Ερυθραίας, για το Δρουγούτι. Και φυσικά για τα περιβόητα Δεκεμβριανά του ’44. Ο παππούς ήταν στον Εφεδρικό ΕΛΑΣ και πολέμησε στα ίσα τους Άγγλους αλεξιπτωτιστές...
Είπαμε προηγουμένως πως οι Αρμένηδες δεν ήταν και τα καλύτερα παιδιά. Αυτό φάνηκε και στα δικά μας Δεκεμβριανά. Ήταν απ’ τους αποφασιστικότερους και σκληρότερους μαχητές του ΕΛΑΣ. Τους φοβήθηκε το μάτι ακόμα και των κοτραμπασήδων Βουρλιωτών της Καισαριανής...
Ο Γκριγκόρ με πάει σε ένα σημείο που φαίνεται καθαρά το Αραράτ. Το βουνό αυτό είναι η "Ακρόπολη της Αρμενίας".
"Για να καταλάβεις τι σημαίνει για μας να βρίσκεται το Αραράτ στο τούρκικο κράτος, ένα μόνο θα σου πω: είναι σα να ζεις εσύ στον Λυκαβηττό και στο Σύνταγμα ν’ αρχίζει η Τουρκία κι εσύ να βλέπεις κάθε μέρα την Ακρόπολη με την τούρκικη σημαία"...
Πάντως, αυτό το βουνό είναι απίστευτο. Όλοι οι άνθρωποι είναι δεμένοι με τα βουνά της πατρίδας τους. Αλλά τούτο δω, σχεδόν πεντέμισι χιλιάδες μέτρα ψηλό, και με την κορυφή του χωμένη αιωνίως στ’ άσπρα νέφη και χιόνια, είναι άλλο πράμα. Θυμίζει λίγο το γιαπωνέζικο Φουτσιγιάμα.
Στην Αρμενία χορταίνεις βουνά και θρύλους.
Δεν είναι μόνο το Αραράτ που τους στοιχειώνει. Είναι κι η λίμνη Βαν, μια ακόμα κοιτίδα του αρμενισμού που κατέχεται απ’ την Τουρκία.
"Ο ουρανός έχει τον παράδεισο", μου λέει ο Γκριγκόρ, "κι η γη τη λίμνη Βαν"...

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

Είμαι 16άρης, σας γαμώ τα λύκεια! (Δ’) - Σας ορκίζομαι, δεν ήμουν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου!

Τελικά είμαι πολύ τυχερός που ξαναζώ τη δεύτερη δεκαετία της ζωής μου!
Τώρα συνειδητοποιώ πως η εφηβεία δεν είναι ηλικία αλλά αρρώστια που γιατρεύεται μόνο με έρωτα.
Νομίζω πως ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα. Αμοιβαία και σφοδρά.
Η Μαιρούλα είχε την περασμένη βδομάδα την πρώτη της περίοδο. Κάποτε η κοριτσίστικη περίοδος ήταν μεγάλο ταμπού. Αλλά τώρα άλλαξαν τα πράγματα. Μου το ανακοίνωσε αμέσως με μηνυματουλάκι στο κινητό. Έκανε ανάρτηση και στο φέις. Το έμαθαν όλοι οι συγγενείς της και έγινε ΤΟ γεγονός της οικογένειας.
Το βρίσκω λίγο άδικο. Για μας, τ’ αγόρια, κανείς δεν πανηγυρίζει για την πρώτη μας στύση. Αλλά, οκ, ας μην το κάνω θέμα...
Το ’χα ξαναπεί. Εμείς τ’ αγόρια έχουμε ένα προβληματάκι με το μπάνιο. 
Πριν αρχίσουμε το γκομένισμα άντε με το ζόρι να κάνουμε ένα μπάνιο τη βδομάδα. 
Όσο κυνηγάμε ένα κοριτσάκι πλενόμαστε τουλάχιστον μια φορά τη μέρα. 
Αλλά όταν ολοκληρώσουμε τις σχέσεις μας το πράγμα απλουστεύει κάπως: κάνουμε ένα ντουζάκι "πριν" κι ένα "μετά".
Είπα "ολοκληρώσουμε" και θυμήθηκα πως με τη Μαιρούλα είμαστε ακόμα στο πλατωνικό. Χθες μου έδωσε ένα φιλί με διακοπές. Μπορώ άραγε να το μετρήσω για τρία;
Το πότε θα το "κάνουμε" είναι θέμα χρόνου, διάθεσης και συνθηκών. Δεν πρέπει να το πιέσουμε. Κι ας αργήσει όσο θέλει. Δηλαδή, τι κατάλαβα με τόσα πηδήματα που έκανα μέχρι σήμερα; Πολύ θα γούσταρα να είμαι στα 48 μου παρθένος, κι ας λένε κάποιοι ότι θα είχα λωλέψει. Δεν το πιστεύω.
Πάντως, καλού-κακού, κάνω καθημερινά εξάσκηση ώστε, όταν έρθει η ώρα, να φορέσω το προφυλακτικό εύκολα και κουλάτα. Με αέρα. 
Ε ρε άγχη που έχουμε κι εμείς τ’ αγόρια. Ενώ τα κορίτσια ξαπλώνουν, ανοίγουν πόδια και περιμένουν από μας τα πάντα!
Η Μαιρούλα είναι η κυρίαρχη του παιχνιδιού. Αυτή παίρνει όλες τις πρωτοβουλίες. Εγώ δεν ζητάω τίποτα. Αλλά σάμπως ξέρω και τι να ζητήσω; 
Όταν γυρνάμε απ’ το σχολείο χεράκι-χεράκι, έχω ένα μόνιμο χαμόγελο ηλίθιου. Αναπνέω την ανάσα της, νιώθω τριγύρω μου την κοριτσίστικη αύρα κι ένα μαγικό γαργάλημα ανάμεσα στα πόδια μου.
Μου "σηκώνεται" και κάνω χίλια δυο κόλπα να το "ρίξω". Σκέφτομαι μια φαφούτα γριά καβλωμένη με την πάρτη μου, λέω το "Χριστός Ανέστη", σκέφτομαι μια γκιλοτίνα να πέφτει και να μου το κόβει σύριζα. Το τελευταία πιάνει σχεδόν πάντα. Ξεραίνεται αμέσως...
Η στύση είναι ό,τι πολυτιμότερο έχει ο άντρας. Κι ας μην του σηκώνεται αποκλειστικά όποτε θέλει κι όσο θέλει. 
Καλά τώρα που είναι η Μαιρούλα δίπλα μου κι έχω μια δικαιολογία που μου σηκώνεται. Στο στρατό ήταν το πρόβλημα. Που τον είχα σα κοντάρι τη μισή μέρα, και τι να έλεγα; Με καβλώνει ο λοχίας;
Ξέχασα να σας πω ότι έχω πρόβλημα με τη μανούλα της Μαιρούλας. 
Πρώτον, με απειλεί πως θα με καταγγείλει στην αστυνομία για παιδεραστή. Είναι τρελή η γυναίκα. Επιμένει πως δεν είμαστε συμμαθητές αλλά πως δήθεν εγώ είμαι ένας προκλιμακτήριος πενηντάρης!
Δεύτερον, κάθε φορά που βγαίνουμε για καφεδάκι, μας ταράζει στις κλήσεις στο κινητό. Αυτό το μπουρδελομηχάνημα είναι ο μακρύτερος ομφάλιος λώρος. Αποκλείεται να ξεφύγεις από "μαμά-ελικόπτερο"!
Πάντως η Μαιρούλα με κάνει ευτυχισμένο. Είναι η μόνη που σέβεται την άποψή μου, με ενθαρρύνει στη ζωή μου, μου βγάζει ό,τι καλύτερο κρύβω μέσα μου, με κάνει περισσότερο άνθρωπο.
Το ερχόμενο Σάββατο θα γνωρίσω προσωπικά τους δικούς της. Θέλουν, λέει, να ξέρουν με ποιον βγαίνει η κόρη τους. Μπορεί, και καλά, να είμαι και κανένας βιαστής, ψυχασθενής εγκληματίας κ.λπ. 
Ο μπαμπάς της με ρωτάει κάτι άκυρα. Αν ήμουν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το ’73 ή στο Μάη του ’68 στο Παρίσι. Μα καλά; Τόσο μεγάλος δείχνω;
Καλού-κακού θα πάω στην οικογενειακή συνάντηση φορώντας την ακριβή πανοπλία μου: "ότι και να πείτε στ’ αρχίδια μου"!
Η Μαιρούλα μού κάνει εντατικά μαθήματα να δείχνω μικρότερος. Μου φόρεσε δυο-τρία σκουλαρικάκια, χτύπησα ένα τατουαζάκι απ’ τον καρπό ως τον αγκώνα, έσκισα το τζινάκι μου στο ύψος των γονάτων...
Αλλά έκλεισα κι ένα ραντεβού με τον μπαρμπέρη να με ξουρίσει κόντρα. Δεν κάνει, λέει, να εμφανιστώ με το μούσι. Γιατί πάσχω από αλπισμό και δείχνω γεροντοφρικιό...

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (Α’ - Η Αθήνα έχει πολλές "Τρούμπες"!)

Εσείς πηγαίνετε στα νησιά, στα βουνά, στα χωριά σας, όπου γουστάρετε τέλος πάντων. Εγώ φέτος το καλοκαίρι θα μείνω εδώ, στο αθηναϊκό κέντρο που δεν τ’ αλλάζω με τίποτα.
Θεωρώ ατυχία μου που δεν πρόλαβα την πειραιώτικη Τρούμπα. Αλλά πήρα μια μικρή γεύση Τρούμπας στις αρχές της δεκαετίας του ’80, στη Γλυφάδα, όταν ακόμα λειτουργούσε η Αμερικάνικη Βάση του Ελληνικού. 
Θυμάμαι τα δίμετρα γομάρια της Στρατιωτικής Αστυνομίας να ξυλοφορτώνουν με τα γκλοπ τα αμερικανάκια και να τα μαζεύουν απ’ τα πεζοδρόμια τύφλα στο μεθύσι ή στη μαστούρα...
Αλλά τώρα μιλάμε για την Αθήνα του σήμερα. Που δεν έχει μία αλλά πολλές "Τρούμπες". Μόνο που τις λένε "πιάτσες".
Στις πιάτσες της Αθήνας επικρατεί διεθνισμός και ανεξιθρησκεία. Άγιοι και δαίμονες κάνουν παρέα. Τζογαδόροι, νταήδες, νταβάδες, μούτρα, εμπόροι και μπράβοι αλωνίζουν ασύδοτα. "Κορίτσια" σε φωνάζουν από πόρτες και παράθυρα, σου στέλνουν φιλιά, σε αρπάζουν αγκαζέ στο πεζοδρόμιο.
Εδώ βρίσκεις τα πάντα: ξενυχτάδικα, μπαρ, καμπαρέ, μπαρμπουτιέρες, τεκέδες, πουτανάδικα, κρυφά και φανερά μπουρδέλα, το καθένα με τη χάρη του και τη μπόχα του...
Οι πιάτσες δεν είναι για φόβο αλλά ούτε και για μαγκιές. Τα φανερά και τα κρυφά αφεντικά, που ελέγχουν τα πάντα και τους πάντες, δεν γουστάρουν άγρια ντράβαλα. 
Αν οι πελάτες κινδυνεύσουν ή φοβηθούν τότε η πιάτσα θα ερημώσει και θα χαθούν τα μπικικίνια. Σχεδόν είναι αδύνατο να συμβεί βιασμός. Και φονικά γίνονται μόνο για ξεκαθάρισμα λογαριασμών του υποκόσμου.
Εδώ κανείς δεν έπαθε τίποτα αν δεν πήγε γυρεύοντας. Σίγουρα πρέπει να είσαι προσεκτικός και κυρίως μην προσπαθήσεις να το παίξεις μάγκας-δάγκας. Πλήρωσε το λογαριασμό σου, άσε κι ένα πουρμπουάρ, μη χώνεσαι εκεί που δεν σε σπέρνουν, μίλα λίγο και δεν θα ’χεις πρόβλημα.
Το φόβο για την πιάτσα τον σπέρνουν οι παπάδες, κάτι θεούσες, οι μικροαστοί γονείς και τα βουτυρόπαιδά τους...
Γενικά, τους μάγκες μην τους φοβάσαι. Είναι ευθείς, σοβαροί και υπεράνω μικροτήτων. 
Να προσέχεις μόνο τους ψευτο-κούτσαβους. Που για να το παίξουν άντρες μπορεί να ξυραφιάσουν κανέναν αχαμνό περαστικό για να πουλήσουν μόστρα στους άλλους. Ο καημός τους είναι "πες τε με μάγκα και τι στον κόσμο".
Παρεούλα, λοιπόν, αυτό το καλοκαίρι θα σουλατσάρουμε στις αθηναϊκές πιάτσες. Παρέα με κλεφτρόνια, πρεζόνια, λαθρέμπορους, σωματέμπορους, τεκετζήδες υπεράνω υποψίας, πουστρόνια και πεταλουδίτσες. Με αλλοδαπές που τις έφεραν ως χορεύτριες αλλά εδώ έμαθαν καλά τον ... ανάσκελο!
Θα γνωρίσουμε και ματάκηδες, κολλητηριτζήδες, επιδειξίες, μούρες για όσκαρ ηθοποιίας. 
Κουνιστούς που ψάχνουν αράπικες ψωλές αλλά και το αντίστροφο. "Φίλε, βάλε λευκό πούτσο να βάλω μαύρο κώλο"! Γενικώς, πέφτει πολύ φάσωμα στην πιάτσα. Κι όλοι φεύγουν περιποιημένοι, διπλόφαρδα και τριπλόφαρδα...

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

"Ημερολόγιο λιποταξίας" (96) - Με τους ανθρώπους-αρκούδες του Χάκιαρι...

Έχοντας διασχίσει για δεύτερη φορά τον Πόντο, αποφασίζω να κινηθώ παράλληλα με τ’ ανατολικά σύνορα της Τουρκίας. 
Από κάτι υψώματα διακρίνω το Βατούμι, την πρωτεύουσα της Γεωργιανής Αζαρίας. Και παραπέρα το Εριβάν, την αρμένικη πρωτεύουσα.
Στη διαδρομή διακρίνονται ακόμα τα μεγάλα πολυβολεία από την εποχή που τούτα τα μέρη ήταν τα σύνορα του ΝΑΤΟ με το "σιδηρούν παραπέτασμα"...
Το Βιλαέτι του Βαν ήταν κάποτε η κοιτίδα των Αρμενίων. Η παράδοση θέλει την πόλη να την έχει ιδρύσει η περιβόητη βασίλισσα της Ασσυρίας Σεμίραμις. 
Εδώ κοντά είν’ κι η τοποθεσία του Μάτζικερτ όπου το 1071 ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Ρωμανός Διογένης ηττήθηκε απ’ τον σουλτάνο των Σελτζούκων Αλπ Ασλάν. 
Πρέπει πάντα να θυμόμαστε πως το ντι-εν-έι του λεγόμενου Βυζαντίου ήταν αρμένικο. 
Αρμενικής καταγωγής ήταν οι περισσότεροι αυτοκράτορες. Αρμένικο ήταν και το εκλεκτότερο στρατιωτικό σώμα του αυτοκρατορικού στρατού, οι περιβόητοι "κατάφρακτοι", κάτι σαν τα σημερινά "τεθωρακισμένα"...
Το Χάκιαρι είν’ το ανατολικότερο μέρος της Τουρκίας, που ακουμπάει την Περσία και το Ιράκ. 
Εδώ τα μέρη είναι άγρια κι απρόσιτα. Κι οι κάτοικοι της περιοχής οπισθοδρομικοί. Θα μπορούσες να τους πεις και "βάρβαρους"!
Τα γύρω βουνά είναι γεμάτα αρκούδες. Μου κάνει εντύπωση που κυκλοφορούν πολλοί θρύλοι για σεξουαλικές επαφές ανθρώπων με αρκούδες.