Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

Ελληνικά καλοκαίρια... (Δ’ - Νησί Λωτοφάγων)

Παφλασμός θάλασσας
καθησυχαστικός
οι γάτες κάνουν ακροβατικά
στα μπαλκόνια
μουσικές από τζιτζίκια
γειώνεσαι...

Κρυφές γωνιές
το βλέμμα σου χάνεται στο μπλε.
Τα ξεχνάς όλα
νησί λωτοφάγων
παρέες καινούργιες
άγνωστες
το μυαλό αδειάζει...

Ανακαλύπτεις πως υπάρχουν πολλά ακόμη
που δεν έχεις κάνει στη ζωή σου.
Βρίσκεις ποιοτικό χρόνο
για τον εαυτό σου.
Οι σελίδες του βιβλίου σου γεμίζουν άμμο
κι αλμυρές σταγόνες απ’ τα μαλλιά σου...

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

Ελληνικά καλοκαίρια... (Γ’ - Αμετανόητοι ευζωιστές Κυκλάδων!)

Νησί αντιθέσεων
αύρα σοφιστικέ
και ταυτόχρονα χύμα
αίσθημα ξεγνοιασιάς κι ελευθερίας
σαν αστακοί απ’ τον ήλιο...

Ανεμοδαρμένα βράχια
όλα παρεϊστικα
πηγαινοέρχεται η ψημένη ρακί
παραισθησιογόνα ομορφιά
αφετηρία εξερεύνησης...

Τουρίστες όλο χαμόγελα
και περιέργεια
δεν είμαστε πια ίδιοι 
μ’ αυτούς που κατέβηκαν απ’ το πλοίο 
προχθές.

Όλα φαίνονται τόσο απλά
(κι ας μην είναι).
Σεντόνια γεμάτα αλμύρα και άμμο.
Κάποτε μετρούσα παγωτά
τώρα αναμνήσεις...

Παρασκευή 17 Αυγούστου 2018

Έχεσε ή έχυσε η φοράδα στ’ αλώνι;

Εξηγούμαι εξ αρχής για να μην παρεξηγηθώ: όσα ακολουθούν δεν τα έβγαλα απ’ την κοιλιά μου αλλά τα γράφει ο Ηρόδοτος στην Ιστορία του!
Όταν πέθανε ο Μεγάλος Βασιλιάς της Περσίας, ο Κύρος, τον διαδέχθηκε στο θρόνο ο γιος του Καμβύσης Β’. 
Αυτός, το 525 π.Χ., διέσχισε το Σινά με σκοπό να κατακτήσει την Αίγυπτο. Αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει εσπευσμένα καθώς πληροφορήθηκε πως πίσω στην πατρίδα ο αδελφός του είχε συνωμοτήσει με σκοπό να τον εκθρονίσει. Αλλά κατά το ταξίδι της επιστροφής, ο Καμβύσης πέθανε στη Γάζα με κάπως μυστηριώδη τρόπο.
Τότε, επτά απ’ τους ισχυρότερους ευγενείς που τον ακολουθούσαν, αποφάσισαν να συνασπιστούν για να καταλάβουν την εξουσία της αχανούς αυτοκρατορίας. Αλλά δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν ποιος απ’ αυτούς θα γινόταν ο νέος Μεγάλος Βασιλιάς. 
Οπότε συμφώνησαν το εξής. Στο θρόνο θ’ ανέβαινε εκείνος που το άλογό του θα χλιμίντριζε πρώτο μόλις θα ανέτειλε ο ήλιος. Τελικά, τον περίεργο διαγωνισμό κέρδισε ο Δαρείος, αλλά με ένα ύπουλο τέχνασμα. 
Έβαλε τον ιπποκόμο του να βουτήξει τα δάχτυλά του στον κόλπο μιας φοράδας και μόλις το επόμενο πρωί έσκασε η πρώτη αχτίδα του ήλιου, έβαλε τα δάχτυλα στη μύτη του αλόγου που αμέσως χλιμίντρισε.
Νομίζω πως έτσι βγήκε η παροιμιώδης φράση "έχυσε η φοράδα στ’ αλώνι", που εμείς την έχουμε κάπως παραλλάξει...

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2018

Ελληνικά καλοκαίρια... (Β’ - Αυτάρεσκη ραθυμία)

Αιγαιοπελαγίτικα ησυχαστήρια
να νιώθεις ξεχασμένος
υπαρξιακή αυτονομία.
Το καλοκαίρι είναι σαν ένα παιχνίδι.
Ήρθα για να γλεντήσω
ή για ν’ ανακαλύψω;

Χρώμα σμαραγδένιο
παραλίες σαρακήνικες
χρυσές, απέραντες.
Τιρκουάζ νερά
πορφυρά ηλιοβασιλέματα
ελαφρόπετρα σμιλευμένη από ανέμους.
Αυτάρεσκη ραθυμία...

Τα πιάτα ξέχειλα,
δεν σε αφήνουν να μεθύσεις.
Γαλήνη απόκοσμη,
πρωινή ομίχλη,
μυρωδιές από κάπαρη κι άγρια ρίγανη...

Θέα αστεριών,
εξαγνιστικές βουτιές
χάρμα αισθήσεων και παραισθήσεων.
Εμπειρία ψυχανάλυσης
βραδινές λιγούρες
πίνουμε δυο μπίρες να ξεδιψάσουμε
(καλά, τρεις-τέσσερις ήθελα να πω...)

Τρίτη 7 Αυγούστου 2018

"Ημερολόγιο λιποταξίας" 161 - Το "σκονάκι" πάντα σε βγάζει ασπροπρόσωπο!



Το να είσαι τιμητικά προσκεκλημένος σ' ένα ινδικό επαρχιακό σπίτι δεν είναι κι ό,τι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί. 
Πρέπει ν' ακολουθήσεις μια αυστηρή εθιμοτυπία.
Κάθεσαι στο πάτωμα σταυροπόδι και σου προσφέρουν ένα κύπελλο γεμάτο υδρόμελο. Είναι ένα μείγμα από ζάχαρη, λιωμένο βούτυρο, γιαούρτι, χόρτα και μέλι!
Εσύ πρέπει να το πιάσεις με τα δυο σου χέρια, να το ακουμπήσεις δίπλα σου χωρίς να πιεις, και να το ανακατέψεις με τα δυο μεσαία δάχτυλα του δεξιού σου χεριού. Ξέρετε τώρα... με το ποποδάχτυλο και τον παράμεσο!
Και στη συνέχεια το πίνεις μονορούφι...
Αλλά δεν "καθαρίζεις" έτσι εύκολα.
Μετά σε πάνε με επισημότητα δίπλα σε μια αγελάδα την οποία υποτίθεται πρέπει να θυσιάσεις ο ίδιος για να εξαγνιστείς απ' τις αμαρτίες σου. Κάτι σαν τον "αποδιοπομπαίο τράγο"...
Σου δίνουν, λοιπόν, το μαχαίρι κι εσύ πρέπει... και καλά... να τους το επιστρέψεις αμέσως λέγοντας τη φράση "Είναι μητέρα του Ρουντρά, κόρη του Βασού, αδελφή των Αντιτίγια, μήτρα αθανασίας. Οι αμαρτίες μου σκοτώθηκαν. Άστην να φύγει, άστην να πιει νερό και να βοσκήσει χορτάρι"!
Σιγά τώρα εσύ μη θυμηθείς όλ' αυτά τα ονόματα... Ρούντρα και σούπα-μούπες.
Την έκανα "σκονάκι" κι είπα τη φρασούλα φαρσί...

Κυριακή 5 Αυγούστου 2018

Θαλασσόδεντρα...

Στο γυμνό νησί
ντυμένοι φτάσαμε
με το ρούχο της χαράς.
Και μείναμε κι εμείς γυμνοί
ευάλωτοι απ’ την προσμονή
ένα-ένα ανεβαίνοντας
της νύχτας τα σκαλιά.

Τ’ αερικά της νύχτας θα φωνάξω
μέσα σου κι απόψε θα λικνιστώ
τ’ όνειρο και πάλι θα φορέσω
πριν νυστάξει το τελευταίο μας φιλί...

Με τη σκέψη σου πλένω το μαγιό σου.
Με τη σκέψη σου το στεγνώνω.
Προσέχω να μην κάνει
ζαρωματιές και δίπλες...

Αγαπάς τις περίεργες σκέψεις,
αγαπάς τα περίεργα έντομα,
αγαπάς λίγο κι εμένα,
το μικρό σου κουτάκι
που το κουβαλάς στην τσαντούλα
με τα καλλυντικά σου...

Λες κάτι μικρό,
απαντώ με κάτι ασήμαντο.
Γελάς
κι εκείνο το μικρό λακκάκι στο σαγόνι σου
μου λέει ιστορίες παράξενες,
κι έτσι κοιμόμαστε
τόσο ερωτευμένοι
και τόσο αθώοι...

Μου δίνεις τα χείλη σου
γλείφω πληγές.
Με κοιτάς
μα εγώ κοιτάζω αλλού,
στις φωλιές της πέρδικας
και του τσαλαπετεινού,
κει που δεν φτάνει
του κόσμου η ανία.

"Ξέρω πως θα ’ρθει το φθινόπωρο",
μου λες.
Εσύ το αποφεύγεις
κι εγώ προσποιούμαι πως το ξεχνάω.
Τα βράδια μας
καλπάζουν σα μεθυσμένοι δρόμοι...

Η ευτυχία έρχεται στις μύτες των ποδιών της
ενώ ο χωρισμός με ποδοβολητά.
Προδομένη άνοιξη,
προσμονή του τίποτα
προσπαθώ να μαζέψω μιαν άσχετη σκέψη
σαν ρούχο πεταμένο.

Αδειάζουν οι ώρες,
οι βραδιές έρχονται πλέον δίχως αστέρια
μια ομπρέλα στάζει μοναξιά
βράχηκαν όλα μέσα μου.
Κάποτε μοιραζόμασταν ολόκληρα καλοκαίρια,
που αποδείχθηκαν θνητά.
Τώρα κάποιες φωτογραφίες μας
μοιράζονται ένα μίζερο συρτάρι...

Τα λόγια που δεν είπαμε
ορμούν τις νύχτες να με κατασπαράξουν.
Τραβώ πιο ψηλά τις κουβέρτες,
μπας και σκεπάσω τις θύμησες,
μπας και ξεφύγω απ’ την απελπισία μου...

Πού είσαι;
Εγώ είμαι εδώ.
Κάτω απ’ τα θαλασσόδεντρα
που φώναζες τ’ όνομά μου...  

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2018

"Ημερολόγιο λιποταξίας" 160 - Ιερουσαλήμ: ένα απέραντο τρελοκομείο!



Φτάνοντας στην Ιερουσαλήμ σε κατακλύζουν ανάμεικτα συναισθήματα. Η ένδοξη πόλη μοιάζει με χρυσό κύπελλο γεμάτο σκορπιούς. Με μια "μαύρη χήρα" που καταπίνει αμάσητους τους συντρόφους της. 
Κάποτε θεωρούνταν το "κέντρο του κόσμου", "η πρωτεύουσα των πρωτευουσών". Αλλά πέρασε και αιώνες βυθισμένη στην αφάνεια. Μια πάμπτωχη επαρχιακή πόλη ανάμεσα στους λόφους της Ιουδαίας, άντρο δεισιδαιμονίας, τσαρλατανισμού και μισαλλοδοξίας, μακριά απ' τους μεγάλους εμπορικούς δρόμους της Ανατολής. Άκμασε και συρρικνώθηκε, καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε πολλές φορές.
Η Ιερουσαλήμ είναι η πόλη των μύθων. Η μόνη που υπάρχει σε δύο εκδόσεις: τη γήινη και την ουράνια. Η ουράνια "Άνω Ιερουσαλήμ", θα εμφανιστεί στα έσχατα.
Εκεί θα εγκατασταθεί η "βασιλεία των Ουρανών", θα αναστηθούν οι νεκροί, ως κι η Κάαμπα θα έρθει με θαυματουργό τρόπο απ' τη Μέκκα.
Εκατοντάδες χιλιάδες προσκυνητές απ' όλο τον κόσμο έρχονταν από παλιά στην Ιερουσαλήμ για να πεθάνουν και να θαφτούν στα χώματά της. Προφανώς πίστευαν πως έτσι θα γλίτωναν την ταλαιπωρία του μποτιλιαρίσματος όταν ερχόταν η ώρα της ανάστασης των νεκρών. Ολόκληρη η πόλη είναι περιστοιχισμένη και οικοδομημένη σε απέραντα νεκροταφεία...
Η αντίθεση ανάμεσα στην αληθινή και "ουράνια" Ιερουσαλήμ κυριολεκτικά τρελαίνει τους φανατικούς θρησκόληπτους. Η τρέλα της προσμονής και οι υψηλές προσδοκίες αποσυντονίζουν πολλούς από δαύτους, που στο τέλος καταρρέουν και νοσηλεύονται στα ψυχιατρεία. Είναι το "Σύνδρομο της Ιερουσαλήμ" που καταγράφεται επίσημα στα ιατρικά εγχειρίδια...