Τη γνώρισα στην ΚΝΕ.
Δεν ήταν απόλυτα δογματική. Είχε όμως μια σειρά από μικρές πίστεις που δεν τις άλλαζε και πολύ συχνά.
Υπήρχαν όμως και στιγμές που μου φαινόταν σαν ογδοντάχρονη γριά. Κι ας ήταν μόλις 19...
Έχανε τη ζωή της σ' ατέλειωτες γενικές συνελεύσεις. Και τα βήματά της σε ατέλειωτες πορείες...
Έκανε ο ένας ψυχανάλυση στον άλλον. Μιλούσαμε για τους παρηγορητικούς μας μύθους, τους αποτυχημένους δεσμούς, τις αρτηριοσκληρωτικές μας οικογένειες.
Ειδικά στις τελευταίες είχαμε κολλήσει. Ήταν το μεγάλο άλλοθι της ανικανότητάς μας στα μικρά και στα μεγάλα. Το δικαιολογητικό κάθε αυθαιρεσίας κι αποτυχίας μας...
Σε πολιτικό επίπεδο, ναι, το 'χαμε χάσει το παιχνίδι. Αγωνιζόμασταν δήθεν για το μέλλον, αλλά ήταν το παρόν που μας τιμωρούσε.
Μέναν όμως οι διαπροσωπικές μας σχέσεις. Η χίμαιρα της "νέας ποιότητας"!
"Νέα ποιότητα" ήταν η πρόφαση να βρούμε νέα γκόμενα. Και νομίζαμε πως μας περιμένει σε κάποια γωνιά σε μια αίθουσα των κομματικών συνεδριάσεων...
Σε μια τέτοια εκδήλωση τη γνώρισα κι αυτή.
"Είσαι ο Ψόνθο?".
Δεν είχα διάθεση να σκεφτώ αν ήμουν πράγματι ο Ψόνθο.
"Χαίρω πολύ!", μου ξανάπε. Αλλά δεν έδειχνε να χαίρεται ειλικρινά.
Τελικά πηδήχτηκε μαζί μου. Χωρίς ιδιαίτερο λόγο και χωρίς πάθος.
Αναστέναζε όμορφα όταν πηδιόταν. Και το έκανε με μεγάλη επιδεξιότητα. Καθόλου σεμνότυφα.
Μιλούσε άπταιστα και τα μπεμπεκίστικα. Τη γλώσσα των ερωτευμένων. Ώρες ώρες με έκανε να νιώθω και λίγο παιδεραστής...
Είχε και μια παράλληλη σχέση.
Ζήλευα.
"Με μένα όλα τα λες, αλλά με κείνον όλα τα κάνεις!", της παραπονιόμουν.
"Τι δεν κάνω με σένα?", ρωτούσε ναζιάρικα. Και ξάπλωνε πάνω μου τροφοτώντας με ρεύμα το κορμί μου...
Με κατηγορούσε για ρεφορμιστή. Μου κόλλησε και το παρατσούκλι "σοσιαλθολούρας"!
Έλεγε κάθε τόσο πως έχει χεσμένους όλους τους δήθεν προοδευτικούς άντρες σαν του λόγου μου.
Την εποχή εκείνη τα στέκια μου ήταν στην Αθηνάς και στο Μοναστηράκι. Είχα εθιστεί στις πουτάνες, στους ζαράκηδες, στους παπατζήδες.
Σε μια κομματική διάσκεψη ήμουν έτοιμος να κόψω φλέβες.
Βγάζω από την τσέπη μου ένα μικρό μολυβάκι και χαράζω σε καθεμιά απ' τις έξι πλευρές του έναν αριθμό, απ' το ένα ως το έξι.
Εκείνη καθόταν δίπλα μου. παρακολουθώντας τους ομιλητές με σοβαροφανές ύφος.
Τη σκουντάω.
"Παίζουμε λίγο μπαρμπουτάκι?".
"ΜΗ-ΜΟΥ-ΠΕΙΣ-ΠΩΣ-ΕΦΕΡΕΣ-ΖΑΡΙΑ-ΕΔΩ-ΜΕΣΑ", ούρλιαξε ψιθυριστά στ' αυτί μου.
"Χαλάρωσε ρε συ, κανείς δεν θα πάρει χαμπάρι. Απλά θα τσουλάμε το μολυβάκι κι όπου κάτσει".
Ήταν οι τελευταίες λέξεις που ανταλλάξαμε...