Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

Τριάντα χρόνια στην "ανθρωποχαβούζα" της Αθήνας (7) - Η δική μου Πατησίων...

Αφήνω πίσω μου την Ομόνοια.
Σκατομούνες στροβιλίζονται στο θολωμένο και παγωμένο μυαλό μου.
Στραβοτιμονιές, εξατμίσεις, φρεναρίσματα. Φώτα αυτοκινήτων με σημαδεύουν.
Μ’ αρέσει ν’ ανεβαίνω με τα πόδια την Πατησιών μετά τα μεσάνυχτα. Μαζί με τους "ταξιδευτές της νύχτας". 
Χαμηλόφωνες κουβέντες, τσακωμοί, κάποιος τραβάει μαχαίρι. Πρεζάκια, κωλομπαράδες, πουτάνες, τύποι πεινασμένοι για έρωτα μέχρι θανάτου, άλλοι έτοιμοι να πουλήσουν την ψυχή τους όσο-όσο. Όλοι μαζί, ανάκατα και χύμα...
Χλιδάτα αμάξια προσπερνούν αδιάφορα τη φοβερή αθλιότητα και την απόλυτη αφραγκία.
Κάπου νιώθω "τέκνο της φυγής". Γουστάρω να κινούμαι πεζός χωρίς σκοπό και προορισμό. Η ζωή του πλάνητα-αλήτη πάντα με ελκύει. Οι συμβατικές σχέσεις με αηδιάζουν...
Μάλλον άρχισα να γερνάω. 
Γκρίζαραν τα μαλλιά και τα γένια μου. Στις ομορφονιές δεν κάνω πλέον καμιά εντύπωση. Κι οι γριές δεν με κοιτάνε με τρόμο όπως παλιά. Μου μιλάνε καλοσυνάτα. Σα ν’ ανήκω στο δικό τους κόσμο...
Στην Κολιάτσου την έχουν στημένη τα κορίτσια απ’ τη Νιγηρία. Φωνές σκληρές που μιλάν για ευρώ, πίπες, πισοκολλητά...
Ο δρόμος έρημος. Η σειρήνα του αστυνομικού πλησιάζει. Ρόδες κολλάνε στριγγλίζοντας στην άσφαλτο.
Τη μέρα ο δρόμος είναι μάλλον αδιάφορος. Γεμάτος από περαστικούς τυλιγμένους σε χοντρά παλτά, με πλαστικές τσάντες και κοκκινισμένα απ’ το κρύο πρόσωπα. Οι γυναίκες με τις περιόδους τους. Κι οι άντρες με τη βαρεμάρα τους και την αδιαφορία να γαμηθούν ή να γαμήσουν.
Τη νύχτα όμως μαζευόμαστε εδώ όλοι οι μοναδικοί κι ανεπανάληπτοι. Με μια λέξη: όλοι εμείς οι μοναχικοί...
Πότε έφθασα κι όλας στην Αγιά Βαρβάρα
Διαπιστώνω πως είμαι κουρασμένος και παγωμένος. Θα το αντιμετωπίσω ομοιοπαθητικά. Έτσι όπως είμαι, μια παγωμένη μπύρα θα μου φανεί καυτό τσάι!
Μπαίνω σ’ ένα απόμερο μπαρ.
Γύρω μου πρόσωπα τσακισμένα απ’ τα γεράματα, τα ξενύχτια, τη δουλειά ή την ανεργία. Μάγουλα παραμορφωμένα. Κρεμασμένα μήλα στο πρόσωπο. Στόματα τσαλακωμένα, γκριζόμαυρα δόντια, αναπνοή με δυσκολία.
Μια Μολδαβή προσφέρεται να χορέψει μόνο για μένα. Κουνιέται μπροστά μου προσποιούμενη πάθος, έρωτα εικονικό.
Πάει στην τουαλέτα. Την ακολουθώ. Τη βρίσκω μπροστά στον καθρέφτη να σαλιώνει με τα δάχτυλα το τσουλούφι της. 
Τη μπαλαμουτιάζω.
"Όχι εδώ, πάμε πάνω!", μου λέει.
"Πάνω" είναι δυο-τρία μικροσκοπικά δωματιάκια με ξύλινα τριζάτα κρεβάτια, βουλιαγμένα στρώματα, σεντόνια βρομισμένα από ξεραμένο σπέρμα και σταγόνες αίματος περιόδου.
Τελειώνουμε σε λίγα λεπτά.
Κατεβαίνω τις σκάλες. 
Πρώτα νιώθω τους καπνούς της αίθουσας και μετά ακούω τα μεθυσμένα δυνατά γέλια.
Παραγγέλνω.
Το ποτήρι της μπύρας μπροστά μου φωτίζει σαν αναμμένο καντήλι.
Σε λίγο ξημερώνει...

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

η Γώγου όλα τα λεφτά!

Πτωχός τω πνεύματι είπε...

ναι ρε φίλε, αλλά πες και για μας μια καλή κουβέντα!