Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Ούτε οργασμό δεν ξέρει να προσποιηθεί!

Ήταν ό,τι χειρότερο μου έτυχε σε γυναίκα!
Μόλις είχε γυρίσει απ' τις καλοκαιρινές διακοπές της και μου περιέγραφε πώς τα πέρασε στο κάμπινγκ της Αντιπάρου.
"Σκότωσα κι ένα φίδι!", μου είπε ενθουσιασμένη.
"Πώς στην ευχή το σκότωσες?"
Κι άρχισε να μου αναλύει με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια πώς πήρε το φτυάρι, πώς του έκοψε πρώτα το κεφάλι και γενικά πώς έδωσε τη "μεγάλη μάχη"!
Ε, αυτό ήταν. Εκείνο το βράδυ δε μου σηκωνόταν με τίποτα! Γιατί η δεσποινίς είχε παραβιάσει τη βασικότερη αρχή του "πεϊκού κώδικα": όταν η γυναίκα συμπεριφέρεται υπερβολικά ως Ταρζάν, ο άντρας θα νιώθει σαν Τζέιν!
Και να πεις πως δεν την είχα προειδοποιήσει? Οι εντολές μου ήταν ξεκάθαρες: μπροστά σε μένα απαγορεύεται να σκοτώνεις μαμούνια, ν' αλλάζεις λάστιχα αυτοκινήτου και λάμπες στα δωμάτια!
Της είχα πει ακόμη να μην φορέσει ποτέ παντελόνια. Και κυρίως να μην τολμήσει να φορέσει ποτέ το δικό μου παντελόνι κι ας της πήγαινε τέλεια στο κορμί.
Μόλις δω γυναίκα να φοράει το παντελόνι μου κάτι παθαίνω. Το βλέπω κάπως ανταγωνιστικά. Γίνεται αντίπαλός μου! 
Ε, εκείνη κάθε τρεις και λίγο με το ξαβαμμένο τζινάκι μου έβγαινε για ψώνια ή καφέ...
Επίσης της είχα πει όταν αναφέρεται σε μένα να χρησιμοποιεί πάντα τη λέξη "καλύτερος" ή "καλυτερότερος". 
Ακόμα και φιστίκια να τρώω, εκείνη έπρεπε να μου λέει: "Αγάπη μου, πόσο καλά το κάνεις. Δεν έχω ξαναδεί άντρα να τρώει τόσο υπέροχα τα φιστίκια. Είσαι ο καλυτερότερος"!
Ε, εγώ το είπα, εγώ το άκουσα. Η λέξη "καλύτερος" δεν βγήκε ποτέ απ' το στόμα της...
Της έχω πει ακόμα να μην με υποτιμά και να μην με διορθώνει.
Π.χ. κρεμάω έναν πίνακα στον τοίχο. Είναι ανάγκη να μου πεις "θεόστραβα τον έβαλες"? 
Οι σωστές γυναίκες λένε "τέλεια το έκανες" και μόλις ο άντρας βγει απ' το δωμάτιο τον ισιώνουν μόνες τους.
Αφήνουν τον άντρα να μαστορέψει τα ηλεκτρικά και τα υδραυλικά, να τα κάνει όλα μπουρδέλο, τον χειροκροτούν, κι όταν με το καλό πάει γήπεδο να δει τον γαύρο φωνάζουν τον ηλεκτρολόγο και τον υδραυλικό να τα σουλουπώσει....
Καμία νορμάλ γυναίκα δεν λέει στον άντρα της "έλα μαζί μου για ψώνια στην Ερμού". Όλες οι σημερινές γκόμενες έχουν ξυπνήσει και σου λένε: "σε παρακαλώ, έλα μαζί μου, εκεί έξω κυκλοφορούν ένα σορό ανώμαλοι και επικίνδυνοι τύποι. Μαζί σου νιώθω ασφάλεια"!
Τα νέα κορίτσια έχουν καταλάβει πόσο μαλακισμένη μαϊμού είναι ο άντρας και τον παίζουν στα δάχτυλα.
Τις ακούς να σου λένε: "άνοιξέ μου σε παρακαλώ το βαζάκι της μαγιονέζας", "κατέβασε το φερμουάρ του φορέματος", "πάρκαρέ μου το αμάξι", "μετακίνησε πιο δεξιά αυτό το τραπεζάκι". 
Κι όταν εσύ το κάνεις σε κοιτάνε δήθεν με θαυμασμό και σου λένε "ω, πόσο δυνατός και τέλειος είσαι, πώς μπόρεσες να το μετακινήσεις?".
Κι εσύ ο μάλαξ φουσκώνεις σαν γαλοπούλα.
Αλλά εμένα ούτε αυτά δεν μου 'κανε η δικιά μου!
Το χειρότερο είναι πως δεν ξέρει ούτε να προσποιηθεί οργασμό!
Πριν καν της τον χώσω αρχίζει να πιπιλάει το δαχτυλάκι της, να χτυπάει σφαλιάρες το μαξιλάρι, να προσπαθεί να σκίσει το σεντόνι, να στριγκλίζει και να ρωτάει "ποιανού είν' αυτό το παλούκι πουτσαρά μου?".
Άι σιχτίρ πιά!

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

"Ημερολόγιο λιποταξίας" (102) - Οι δογματικοί φανατισμοί διέλυσαν το Ρωμαίικο!

Κρίσιμη καμπή της αρμένικης ιστορίας ήταν η λεγόμενη "Δ’ Οικουμενική Σύνοδος" που έγινε το 451 μ.Χ. στη Χαλκιδώνα.
Η Σύνοδος αυτή, όπως και η εικονόφιλη Εβδόμη, ήταν καθαρά αυτοκτονικές. Η απόρριψη του μονοφυσιτισμού και της εικονομαχίας, εκτός από ανόητες θεολογικά επιλογές, ήταν και πολιτικά αυτοκαταστροφικές. Το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος ήρθε σε σύγκρουση με τους δυναμικότερους υπηκόους του. Και έμεινε με τους καλογέρους στο χέρι, που λένε...
Τη Σύνοδο στη Χαλκηδώνα συγκάλεσε ένας ιλλυρικής καταγωγής αυτοκράτορας, ο Μαρκιανός, μια προσωπικότητα πολύ μισητή για τους Αρμένηδες που εκείνη την εποχή πολεμούσαν μόνοι και αβοήθητοι τους Πέρσες στο Αβασαϊρ. Έκαναν έκκληση στον Μαρκιανό για βοήθεια, κι εκείνος ο ελεεινός όχι μόνο αρνήθηκε αλλά ουσιαστικά τους πρόδωσε κάνοντας πλάτες στον Πέρση Βασιλιά Εσδιγκέρ Β’.
Αυτός ο τρισάθλιος Ρωμαίος αυτοκρατορας μάζεψε στη Χαλκιδώνα 636 επισκόπους που καταδίκασαν, οι βλάσφημοι, τον μονοφυσιτισμό.
Οι Αρμένιοι ποτέ δεν δέχθηκαν τις αποφάσεις αυτής της Συνόδου. Κι όταν ο Σλάβος Ιουστινιανός ("Ουτπράβα" ήταν το κανονικό του όνομα) συγκάλεσε νέα αντιμονοφυσίτικη Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, οι Αρμένιοι αντέδρασαν άμεσα συγκαλώντας δικιά τους Σύνοδο Επισκόπων το 554 μ.Χ. που απέρριψε οριστικά τη δυφυσίτικη θεολογία.
Το 651 μ.Χ. ο Ρωμαίος αυτοκράτωρας Κώνστας Β’, ένας απ’ τους πολλούς Αρμένιους εξωμότες που έγιναν κολαούζοι του ρωμαϊκού ιμπεριαλισμού, εισέβαλε στην Αρμενία με 100.000 στρατό και υποχρέωσε τους συμπατριώτες του να ομολογήσουν πίστη "στις δύο φύσεις". 
Φυσικά, μόλις ο στρατός απομακρύνθηκε, επέστρεψαν κι οι Αρμένηδες στη σωστή τους πίστη.
Με κάτι τέτοια γκρεμίστηκε το κύρος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και καλλιεργήθηκε στις ψυχές των Αρμενίων μια ψυχρότητα, αποστροφή και μίσος για κάθε ρωμέικο.
Ένας πατριάρχης τους, στις αρχές του 7ου αιώνα, συμβούλευε: "Καμιά σχέση με τους Ρωμαίους που προσκύνησαν τη Χαλκιδώνα. Μην πάρετε από τα χέρια τους ούτε βιβλίο ούτε εικόνα ούτε πρόσφορο"...
Επόμενο ήταν όταν εισέβαλε στον Καύκασο ο Τούρκος Σουλτάνος Αρπ Ασλάν να βρει τον δρόμο ορθάνοιχτο. Ο Ρωμαίος αυοκράτορας Ρωμανός βγήκε να τους πολεμήσει στ’ αρμένικα εδάφη, στα Μανάζκερτα (Μάτζικερτ), κοντά στη λίμνη Βαν. 
Ο Ρωμανός ήταν μισός Αρμένης και μισός Βούλγαρος. Γι’ αυτό κι οι Αρμένιοι τον λένε "Ντιουζέν", δηλαδή "Διγενή". 
Όλοι γνωρίζουμε για την κρίσμη μάχη του 1071 μ.Χ., την ήττα των Ρωμαίων του Διογένη, την αιχμαλωσία του, την απελευθέρωσή του με καταβολή λίτρων και την τύφλωσή του απ’ τους πολιτικούς αντιπάλους του στη Βασιλεύουσα.

Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (Θ΄ - Μόνο ο διάβολος μπορεί να νικήσει το διάβολο!)


Διψάω για στοιχειωμένες γυναίκες!
Κυνηγάω την αγάπη σαν τη σκιά μου.
Πίνω μόνος μου μια έρημη νύχτα. Κι αναρωτιέμαι αν ο πόνος του χωρισμού είναι πάντα αβάσταχτος...
Όταν τη γνώρισα δεν ήταν γυναίκα. Ήταν απλά η προσωποποίηση του κενού, της ματαίωσης, της απουσίας νοήματος.
Είχε στερητικό σύνδρομο. Πόνους ως το μεδούλι, μάτια να τρέχουν, στομάχι πέτρα, κόρες διεσταλμένες, διπλωμένη στα δύο. Τα κόκαλα πονούν ανυπόφορα, έρχονται ρίγη....
Έλλειπε η ερωτική επιθυμία.
Την κέρασα μια δόση. Ανακατεμένη μπεζ και άσπρη σκόνη. Όταν πέρασαν τα συμπτώματα, τα σώματά μας ενώθηκαν. Όχι από έρωτα αλλά από ανάγκη ανθρώπινης επικοινωνίας...
Με την ηρωίνη στην αρχή νομίζεις πως ζεις μια περιπέτεια, κάτι σαν επανάσταση. Αλλά δεν υπάρχει πιο μονότονη και συντηρητική ζωή απ’ του ηρωινομανή.
Το παρελθόν σου γίνεται εφιάλτης. Και το μέλλον φαίνεται τρομαχτικό. Η πρέζα άλλο δείχνει κι άλλο είναι. Γλυκιά στην αρχή αλλά μετά ... ατίμωση, ξεπεσμός, ξεφτίλα.
Το σώμα της στα χέρια μου αναρίγησε. Από πόθο, από μοναξιά; Ποιος ξέρει;
Όταν δεν είχε να πιεί άρχιζαν τα προβλήματα: ενοχές, βασανιστικά συναισθήματα.
Μου έλεγε ψέματα πως ήθελε να το κόψει.
Στην πραγματικότητα γούσταρε αυτή την κατάσταση!
Ήθελε ν’ απέχει απ’ τη ζωή, να ζει στο περιθώριο, να έχει επίπεδα συναισθήματα.
Έψαχνε ένα καταφύγιο αλλά πλήγωνε όσους αγαπούσε.
"Μείνε δίπλα μου και στήριξέ με", με παρακαλούσε. "Στο διάβολο το μέλλον, το παρόν, όλα. Εγώ ποτέ δεν είχα προσανατολισμό στη ζωή μου. Αναζητούσα πάντα το καινούργιο: εικόνες, ιδέες, ανθρώπους, ακόμα και ναρκωτικά"....
Πώς πάω και κολλάω σε όλες τις προβληματικές καταστάσεις γμτ μου;
Ίσως επειδή γουστάρω την απρόβλεπτη ζωή, σαν αυτή του σινεμά.
Δεν μου αρέσουν οι δεσμεύσεις κι οι εξαρτήσεις. Θέλω να ζω σε αδιάκοπη κίνηση, συμπυκνωμένα, επικίνδυνα.
Δεν πιστεύω στον έρωτα. Δεν υπάρχει. Είναι μια ψευδαίσθηση. Η ίδια η ζωή είναι μια γλυκιά πλάνη.
Όταν παίρνει τη δόση της ξαναγίνεται από ζόμπι άνθρωπος. Με πλησιάζει ερωτικά. Ενωνόμαστε με δύναμη. Σχεδόν με θυμό.
Αύριο μπορεί να μην μας ενώνει τίποτα...

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (Η’ - Πάντα να κατουράς πριν βγεις στο δρόμο!)

Κεντράρισα κυρίως στα καπούλια της. Φορούσε μια μαύρη κολλητή φουστίτσα. Φοβερά κοντή. Καιγόμουν από επιθυμία ν' ακουμπήσω το χέρι μου πάνω τους.
Όταν τραβούσε βαθιές ρουφηξιές απ' το τσιγάρο της, να, όπως τώρα, ήταν ακαταμάχητη.
Αυτό το πουτανάκι βάλθηκε να μου ξαναθυμίσει τι σημαίνει πραγματική ζωή.
Νομίζω πως την Μ. την ξεπέρασα. Το συνειδητοποίησα χθες το βράδυ. Προσπάθησα να τη φαντασιωθώ για να τον παίξω. Το πέος μου ξανάπεσε χαλαρό. Αδιάψευστος μάρτυρας πως δεν μου λέει τίποτα πλέον...
Οι μακροχρόνιες σχέσεις μοιάζουν με το γάμο. Ένα πρωί βρίσκεσαι με μια γυναίκα εγκατεστημένος σ' ένα συμπαθητικό σπιτάκι κι αρχίζεις τα βιαστικά φιλιά το πρωί, τα συμβατικά χαμόγελα, τις επαναλαμβανόμενες κινήσεις. 
Περνούν τα χρόνια κι αυτό εσύ το ονομάζεις "ζωή"! Και ξαφνικά βρίσκεσαι αφυδατωμένος, μίζερος, δίχως πάθος.
Σκέφτομαι να το παίξω παραλής μήπως και με πάρει στα σοβαρά. Το χρήμα μπορεί να μην προκαλεί οργασμό, αλλά, όπως και να το κάνεις, ερεθίζει...
Υποθέτω πως πρέπει να φοράει κόκκινα δαντελωτά εσώρουχα. Τη φαντάζομαι να κάνει ντους κι εγώ να βλέπω το νερό να κυλάει στο σώμα της.
Έκατσε απέναντί μου με τα γόνατά της κολλημένα. Τι γεύση να έχουν άραγε τα στήθη της απόψε?
Τα μάτια μας άρχισαν να χαϊδεύονται. 
"Τι δυστυχία να μην αγαπάς τίποτα?", σκέφτηκα.
Με αναστάτωσε η επιθυμία που είδα ν' αναβλύζει απ' τα μάτια της.
Είχε ένα χαμόγελο φτιαγμένο για την ευτυχία.
Σηκώθηκε, με πλησίασε και κάτι μου ψιθύρισε στ' αυτί. Αισθάνθηκα την καυτή ανάσα της δίπλα στον ώμο μου.
Μου άρεσε η πρότασή της.
Αλλά πριν βγούμε από το μπαρ πέρασα μια βολτούλα απ' την τουαλέτα.
Παιδιά, νόμος! Αν πρόκειται να βγεις από ένα μέρος νυχτιάτικα και να πας κάπου με τα πόδια, ειδικά σε τούτες δω τις κακόφημες συνοικίες, πρέπει να 'χεις απαραιτήτως κατουρήσει.
Μπορεί στην επόμενη γωνία κάποιοι τύποι να σε ξυλοφορτώσουν. Δεν είναι ανάγκη εκτός απ' το ξύλο που θα φας να υποστείς και την ταπείνωση να κατουρηθείς πάνω σου.
Είμαι παθός και μαθός...

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (Ζ’ - Πάλι ντότρια ήφερα!)

Καιρό έχω να περάσω απ’ το Μεταξουργείο.
Την τελευταία φορά είχα έρθει με γκόμενα Βου-Που για να την ξεψαρώσω.  
Αϊδίασε με το μέρος που την πήγα. "Εδώ θα ψοφήσεις!", μου είπε. "Εδώ θα ψοφήσεις, σε τούτη την πλατεία με τα άθλια παγκάκια!". 
Σήκωσε το χέρι της, σταμάτησε ένα ταξί, έφυγε κι από τότε δεν την ξανάδα...
Παλιότερα είχα ξανάρθει εδώ με μια πολύ ωραία γκομενίτσα, σουηδέζα ελληνικής καταγωγής. Το έπαιζε φεμινίστρια, οικολόγα κι ακτιβίστρια.
Κάποια στιγμή, εντελώς αυθόρμητα, θέλησα να καθαρίσω το λαιμό μου και έριξα μια ροχάλα στο πεζοδρόμιο. 
Η μικρά έφριξε. "Γιατί δε χρησιμοποιείς το μαντήλι σου;", με ρώτησε.
"Μα δεν έχω μαντήλι!"
Την άλλη μέρα πέταξε για Σουηδία. Βλέπετε δεν μπορούσε να υποφέρει ένα λαό που φτύνει στους δρόμους αντί στα μαντηλάκια του...
Κοιτάζω τους ανθρώπους γύρω μου. Κανείς γνωστός πλέον. Τους έφαγε η μεταδημότευση, η ξενιτιά, η φυλακή, το τρελάδικο...
Μόνο κάτι παιδάκια αλλοδαπά παίζουν τα πρώτα αγγίγματα της ζωής τους. Αυτοί μάλλον θα είναι οι αυριανοί Έλληνες. Φαίνονται πως θα γίνουν ζόρικα αντράκια αλλά εγώ νοσταλγώ τα παλιά κουτσάβια της περιοχής. Αυτά που γνώρισα στα χρόνια της ακμής μου, που ζήσαμε μαζί και πέντε καταστασούλες...
Ψάχνω την παλιά μπαρμπουτιέρα. Ευτυχώς λειτουργεί ακόμα. 
"Μαστουρωμένους δεν δεχόμαστε!", μου λέει ο τσιλιαδόρος.
"Καθαρός είμαι", του λέω, και μπουκάρω με τον αέρα του παλιού θαμώνα.
Ένα δωμάτιο υπόγειο δίπλα στο λεβητοστάσιο. Κοιτάω ένα γύρω μου. Φάτσες τελείως άγνωστες. 
Μόνο ένας κάτι πάει να μου φέρει στο μυαλό. Τον θυμάμαι απ’ την πλατεία Βάθης. Μεθούσε ο καριόλης και πήγαινε και γαμούσε τη γυναίκα του μπροστά στα μωρά παιδάκια τους.
Όπα! Να κι ο Βάρσος! Ένα ρεμάλι που πριν με γνωρίσει φούμερνε ό,τι να ’ναι. Εγώ τον έμαθα να τραβάει το "καλό", τον "δυναμίτη". Κι από τότε είναι συνεχώς με κεφάλα ο δικός μου...
Σιγά-σιγά αρχίζω να θυμάμαι κάτι παλιές μούρες. Έχουν αλλάξει πολύ. Οι καταχρήσεις, οι ουσίες και τα ζόρια της ζωής τούς έχουν γεράσει πρόωρα.
Ο "Γκεβάρα" (έτσι γούσταρε να τον φωνάζουμε) φοράει ακόμα εκείνο το αμπέχονο του στρατού!
Κάναμε το 1992 μαζί νυχτερινό περίπολο, φουμέρναμε αβέρτα τσιγάρες, πέφτουμε πάνω στο Διοικητή, κι ο Γκεβάρα χώνει το αναμμένο τσιγάρο στην τσέπη του. Ε, ακόμα υπάρχει η τρύπα απ’ την κάφτρα...
Πλησιάζω την πράσινη τσόχα κι αποφασίζω να κάνω παιχνίδι. Είμαι σκληρό καρύδι. Δεν μου αρέσουν οι πολλές τσιριμόνιες. Παίζω όλα όσα έχω μία κι έξω. 
Πιάνω τα ζάρια, φτύνω τη χούφτα μου, τα κουνάω δίπλα στο δεξιό μου αυτί και γενικά κάνω όλα τα γούρικα τελετουργικά. Τ’ αμολάω, γκελάρουν... τζίφος! Έμεινα πανί με πανί. Όπως και να το κάνουμε μου κακοφάνηκε.
Καθώς φεύγω ο τσιλιαδόρος θέλει να μου δώσει μια συμβουλή: "Άμα τα πονάς τα λάχανα, να μην παίζεις φίλε!".
"Δεν μας χέζεις κι εσύ ρε νταλάρα"...

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (ΣΤ’ - Ο Μπαμπινιώτης της μαγκιάς)



Αβαντάρω: βοηθάω κάποιον να κάνει μια βρομοδουλειά. Αφορά κυρίως τους συνεργάτες των παπατζήδων που ποντάρουν για να παρασύρουν τους αγαθομούνηδες.
Αβέρτα-κουβέρτα: απεριόριστα, τα πάντα όλα.
Ακούμπα: το παράνομο ενεχυροδανειστήριο.
Αλεπουδιάρης: το λαμόγιο, ο σκατόμυαλος.
Ανθίζομαι: ψιλιάζομαι, μυρίζομαι την βρομοδουλειά.
Αρρωστάκι: ο πρεζάκιας. Γενικά, ο κάθε κολλημένος με οτιδήποτε.
Γαλατού: το μπατσικό.
Γιασάν: επιφώνημα επιδοκιμασίας. Κάτι σαν "μπράβο". Γιασάν ο μάγκας.
Γίγαντες: οι εξάρες στο μπαρμπούτι.
Γκον: αγγλική λέξη που σημαίνει "τύφλα στο μεθύσι". Από παραφθορά το λέμε "γκολ".
Ζητιανόξυλο: το μπουζούκι του ρεμπέτη. Οι ρεμπέτες δεν είχαν καλή φήμη στον κόσμο της μαγκιάς.
Κάσμπα: αραβική λέξη που σημαίνει "παλάτι". Αλληγορικά δηλώνει την μπουρδελοπεριοχή.
Κεχρί: το μουνί. Εκεί που έχουμε συνεχώς το μυαλό μας.
Κουμάρι: το ποτήρι που βάζουμε τα ζάρια στο μπαρμπούτι για να μην τα "τσιμπάνε" οι επιτήδειοι.
Κούφιο: το πιστόλι, λόγο του κενού της θαλάμης του.
Κώλος ή βουτυρόκωλος: ο λεφτάς, ο καλομαθημένος.
Μαλλί: τα λεφτά.
Μανίκι: το άγριο πήδημα, το ξέσκισμα.
Μανουριάζω: τα παίρνω στην κράνα, τσαντίζομαι άγρια.
Μαχαλόμαγκας: ο τοπικός μάγκας, που η φήμη του δεν ξεπέρασε τα όρια της συνοικίας.
Μέγκλα: απ’ το μέιντ ιν ίνγκαλντ. Το ποιοτικό, το τέλειο.
Μινάρας: ο μαλάκας, ο αυνανιζόμενος που δεν του κάθεται μούνος.
Μπάμια: το στριφτό τσιγαριλίκι.
Μπαρμπούτσαλα: τα πειραγμένα ζάρια, τα παραμύθια, τα ψέματα.
Μπομπάρδα: η χοντροκώλο γκόμενα, η ξοφλημένη πουτάνα.
Περιστέρι: ο επιδειξίας, που δείχνει το πουλί του αβέρτα.
Πουστόμαγκας: ομοφυλόφιλος μεν αλλά νταής και επικίνδυνος.
Σελέμης: ο ζήτουλας, τρακαδόρος, τζαμπατζής, το παράσιτο.
Σιδερωμένος: αυτός που κυκλοφορεί με όπλο (σιδερικό).
Τσουρνεύω: ξαφρίζω, κλέβω με μαεστρία.
Χάβαρο: το μουνί που μοιάζει με στρείδι.
Χαμομήλω: το πιστόλι που σε στέλνει στον τάφο με τα χαμομήλια.
Χατζατζάρης: το πειραγμένο ζάρι, το πλαστό χαρτονόμισμα. κάθε τι ψεύτικο.
Χυσαμόλι: ένα μείγμα υγρού από πολλά αντρικά χύσια. Λέγεται για τα νοθευμένα ποτά.
Ψειρίζω: κλέβω κάποιον ή τον ψάχνω παντού μέχρι και στο σώβρακο.
Ψουψού: η πειστική κωλόγρια που ψήνει τα κοριτσόπουλα να πουτανέψουν.

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (E’ - Οι ρεμπέτες ήταν ξεπεσμένοι μάγκες)

 
Δύσκολη βραδιά η χθεσινή. Λίγο η ζέστη, λίγο ο σεβντάς με έσπρωξαν ν’ αφήσω πίσω μου τις πιάτσες της Αθήνας και να κατέβω Περαία μεριά.
Ολομόναχος. Δεν είχα όρεξη για παρέες και μπλα μπλα. Καβάλησα τρένα, λεωφορεία και τρόλεϊ και βρέθηκα στην περιοχή πέρα απ’ το Τελωνείο. Στα "Καρβουνιάρικα", την Ακτή Ξαβιέρου, τον Προλιμένα, μέχρι τα περιβόητα βράχια της Πειραϊκής...
Αυτή η περιοχή προπολεμικά ήταν πολύ ζόρικη. Εδώ έδεναν τα ελληνικά και ξένα πολεμικά, κι έβλεπες στη σειρά εργοστάσια, μηχανουργεία, καρνάγια. Εδώ ήταν το καταφύγιο και ορμητήριο της λιμανίσιας εγκληματικότητας. 
Εδώ σύχναζαν τα μεγαλύτερα μούτρα του Πειραιά. Μάγκες, νταήδες, μόρτες, σωματέμποροι, λαθρέμποροι, χασισέμποροι, φυγόδικοι, αλάνια, πεταλουδίτσες της νύχτας.
Ήταν ξακουστοί οι φοβεροί βαρκάρηδες της Ξαβιέρου, που πάντα είχαν απάνω τους μια δίκοπη μαχαίρα, "ισόβια" την έλεγαν. Αυτοί έκαναν όλη τη δουλειά του λαθρεμπορίου με τα ξένα φορτηγά που είτε άφηναν το "εμπόρευμα" σε απόμερα σημεία της Αίγινας, είτε τα παρέδιδαν μεσοπέλαγα...
Εδώ τα μαχαιρώματα κι οι φόνοι ήταν φαινόμενο καθημερινό. Πολλές φορές χωρίς καν αιτία. Έτσι, γιατί απλά ... "πέρασες και δε με χαιρέτισες"!
Τα βράχια της Πειραϊκής, όπως κι εκείνα της Δραπετσώνας και του Κερατσινίου, ήταν η "μητρόπολη της παλιάς μαγκιάς". Στις σπηλιές κρύβονταν ή έβρισκαν καταφύγιο όλοι οι φυγόποινοι, φυγόστρατοι, εγκληματίες, πρεζάκια... Και φυσικά κάθε είδους απόκληρος και κατατρεγμένος.
Ανάμεσα στα βράχια υπήρχαν πολλές δαιδαλώδεις σπηλιές.  Στις μεγαλύτερες, ανετότερες και ασφαλέστερες, με τις περισσότερες εξόδους διαφυγής, έμεναν τα "μεγαλύτερα μαχαίρια" της πιάτσας. Οι νταήδες των νταήδων. Μαχαιροβγάλτες αιματοβαμμένοι, που όσους περισσότερους φόνους έκαναν ("καθαριότητες" τις έλεγαν) τόσο πιο πολύ αυξανόταν το κύρος τους στον υπόκοσμο.
"Φίνο παιδί ο Τάσος"
"Σίγουρα;"
"Βέβαια, έχει κάνει τριάντα καθαριότητες"
"Δεν το ’ξερα, μπράβο του"
Οι πραγματικοί μάγκες ήταν συνειδητοποιημένοι αντιεξουσιαστές, αντισυμβατικοί, μισούσαν τη δουλειά, ένα συνεχές "άντε και γαμηθείτε" η ζωή τους. Δεν ήταν πολιτικοποιημένοι, δεν ονειρεύονταν να σώσουν τον κόσμο, δεν είχαν να προτείνουν τίποτα.
Είχαν περπατησιά τσαμπουκαλεμένη, φρόντιζαν ιδιαιτέρως το μουστάκι τους και την κάμα τους, το δίκωπο μαχαίρι. Συχνά χάραζαν στη λαβή της διάφορες φρασούλες. "Αχ βαχ, έτος δίσεκτον" και τα τοιαύτα...
Αλλά υπήρχαν και ξεπεσμένοι μάγκες. Αυτοί γίνονταν μπράβοι και μαγκουροφόροι τρομοκράτες στην υπηρεσία του παρακράτους ή διάφορων δεξιών πολιτευτών.
Ένας γεροντόμαγκας, από τους τελευταίους εν ζωή, μου έλεγε τις προάλλες πως οι ρεμπέτες ήταν κι αυτοί ξεπεσμένοι μάγκες. Ήταν περισσότερο αλάνια, ρεμπεσκέδες, πουτσαρά μπουλούκ. Στα ζόρικα ήταν κότες. Απέφευγαν τους τσαμπουκάδες και γι’ αυτό τα ποινικά τους μητρώα δεν είχαν μεγάλες ποινές.
Επί Κατοχής, μου είπε, οι περισσότεροι ρεμπέτες έγιναν μαυραγορίτες και ρουφιάνοι. Δεν είναι τυχαίο πως στα τότε ρεμπετάδικα διασκέδαζαν σχεδόν αποκλειστικά οι Ταγματασφαλίτες. Οι αντιστασιακοί έλεγαν άλλα τραγουδάκια, σε ρυθμούς ρούσικων εμβατηρίων.
Αλλά και μεταπολεμικά οι ρεμπέτες έδειξαν τον ξεπεσμό τους. Κουστουμαρίστηκαν, προσπαθούσαν να εντυπωσιάσουν τους γλυκανάλατους αστούς τύπου Χατζιδάκη, και τους ενδιέφεραν μόνο τα λεφτά, το γλέντι, το μαυράκι και κανένα γκομενάκι.
Ο σοβαρός μάγκας παίζει μπουζούκι και τραγουδάει μόνο για πάρτη του και για τους κολλητούς του. Δεν γίνεται διασκεδαστής-καραγκιόζης των μπουρζουάδων, σαν τα χάλια του Ζαμπέτα.

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (Δ΄ - Με τη θολοκουλτούρα των Εξαρχείων)

Γενικώς δεν γουστάρω τα κουλτουριάρικα πάρτι των Εξαρχείων. Αλλά δέχθηκα αφόρητες πιέσεις των κολλητών και υποχώρησα.
Φτάσαμε κατά τις 11 το βράδυ με μερικά μπουκάλια λαθραίο ουίσκι και λίγα κλωνάρια "καλαματιανό".
Εκεί μέσα ήταν όλοι χρήστες παράνομων ουσιών. Ένας μικρόκοσμος βυθισμένος στην ασημαντότητά του. Με άφηνε παντελώς ασυγκίνητο...
Σκάναρα τους θαμώνες. 
Δυστυχώς δεν μπορώ ν’ ασχοληθώ με άτομα που δεν μου προκαλεί το ενδιαφέρον η εξωτερική τους εμφάνιση ή το πνεύμα τους. Θέλω υποχρεωτικά οι άνθρωποι να γαμούν ή την ψωλή ή το μυαλό μου. Αλλιώς δεν ...
Εκεί μέσα μόνο μια τύπισσα ήταν κάπως ερωτεύσιμη. Κι όλοι προσπαθούσαν να την πλησιάσουν χρησιμοποιώντας χίλιες-δυο μαλακίες για να κερδίσουν την προσοχή της.
Εγώ καραγκιοζλίκια δεν θα κάνω. 
Τυλίγω σε δυο μεγάλα τσιγαρόχαρτα καπνό με χόρτο και της το προσφέρω. Το τσιγαριλίκι άρχισε να κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα με τη φορά των δεικτών του ρολογιού.
Το χασίσι ενώνει τους ανθρώπους μόνο αν έχουν καλή διάθεση. Διαφορετικά τους ρίχνει σε ενδοσκόπηση και τους απομονώνει.
Είχα αρχίσει να βαριέμαι τη χασισοφιλοσοφία όταν η τύπισσα με πλησίασε, έβγαλε απ’ τη τσάντα της μια ζελατίνα κι από κει τράβηξε μια κάρτα με διακεκομμένα τετράγωνα χαρτάκια. Έβγαλε το χαρτάκι και μ’ ένα ξυράφι το χώρισε στα δυο.
Έβαλε το ένα στο στόμα της και το άλλο στο δικό μου. Το ένιωσα να διαλύεται στον ουρανίσκο. Κατάλαβα πως ήταν Ελ-Εσ-Ντι.
Αυτός ο διάολος, όσο ορθολογιστής κι αν είσαι, σε ρίχνει στις μεταφυσικές αναζητήσεις. Απ’ το πουθενά αρχίζεις να συζητάς για έρωτα, ζωή και θάνατο. Και καταλήγεις πάντα στο συμπέρασμα πως ο θάνατος είν’ αυτός που ενώνει τους ανθρώπους.
Ευτυχώς σύντομα "ξεκόλλησα", παράτησα τους θανάτους κι άρχισα να αισθάνομαι έντονη επιθυμία για σεξ. Αν κι ένιωθα ακόμα "λίγο χαμένος", κατέβηκα μέχρι τη Σόλωνος στην πιάτσα με τις πουτάνες.
Διάλεξα μία του γούστου μου. Το βλέμμα της είχε τη σκληράδα του δρόμου.
"Θα σε παρακαλούσα να μου δώσεις τα μισά προκαταβολικά", μου είπε, "γιατί είμαι άρρωστη και πρέπει ν’ αγοράσω λίγη πρέζα για να λειτουργήσω".
Κόβουμε στη Μπενάκη, στον πεζόδρομο βρίσκουμε τον γνωστό τύπο αραβικής καταγωγής, του δίνουμε τα λεφτά και σε πέντε λεπτά έρχεται με το "πράγμα".
Πηγαίνουμε παραδίπλα σ’ ένα ερειπωμένο εγκαταλειμμένο διώροφο. Η τύπισσα ξέρει τα κατατόπια. Ανάβει αναπτήρα και προχωράει προς την κουζίνα. Την ακολουθώ.
Ανοίγει ένα ξεχαρβαλωμένο ντουλάπι, βγάζει κάτι κεριά, ένα καλαμάκι κι έναν σουγιά. Διέλυσε με τον σουγιά την πρέζα μέχρι να γίνει λεπτή σκόνη σαν πούδρα. Και τη σνίφαρε με το καλαμάκι.
Ακούμπησε ανακουφισμένη με την πλάτη στον τοίχο. 
"Σε δέκα λεπτά θα είμαι τελείως εντάξει", μου είπε. "Σ’ ευχαριστώ για την κατανόηση, θα σε περιποιηθώ ιδιαίτερα!"...

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

Θηλυκά πρηξαρχίδικα...

Κυκλοφορώ αξύριστος.
Όχι αυτό το μοντέρνο. Το "είμαι κάπως ωραίος". Το άλλο. Το "τα λεφτά φτάνουν ή για ξυραφάκια ή για μπύρες πίλσεν". Μεντέψτε ποιο κέρδισε...
Μου τράβηξε την προσοχή γιατί είχε τσιμπουκόφατσα. Κι επειδή ήταν τριαντάρα. Βρισκόταν δηλαδή στην ιδανικότερη ηλικία της γυναίκας.
Η γυναίκα στα τριάντα δεν είναι πλέον μιξοπαρθένα. Που σημαίνει πως δεν θα βγάλω εγώ την αρκούδα απ’ τη σπηλιά!
Η τριαντάρα έχει ξεπεράσει τις ανασφάλειές της, δεν ανταγωνίζεται τις άλλες γυναίκες, είναι πιο τολμηρή, σου λέει με θάρρος τι γουστάρει και ξέρει πως το σεξ δεν είναι μόνο μια παράσταση με τα αναγκαία ηχητικά εφέ...
Εγώ είμαι σε φάση "πρώτα να κάνουμε σεξ και μετά θα σκεφτώ αν σε θέλω για γκόμενα". Ενώ εκείνης της άρεσε το "παιχνίδι". Γούσταρε να παραδοθεί λίγο-λίγο. Στο τάβλι ήξερε μόνο πόρτες. Εγώ ήμουν "πλακωτό και φεύγα"...
Την πίεζα για σεξ απ’ το πρώτο ραντεβού. Εκείνη ήθελε ρομάντζα και κυνήγι. Θα έκανε σεξάκι μόνο όταν κι αν είχε διάθεση κι αισθανόταν άνετα.
Δεν είχε σκοπό να κατακτηθεί ολοκληρωτικά. Ήθελε τα πόδια της να πατάνε γερά στη γη. Εγώ τα ήθελα συνεχώς στον αέρα!
Η τύπισσα κάνει φοβερή παρέα. Χαμόγελο σούπερ. Γέλιο συνεχώς. Γέρνει τρυφερά το κεφάλι της στον ώμο μου. Με κάνει να νιώθω πολύ άντρας.
Αλλά μου έκανε δυο μεγάλες γκέλες και τη σχόλασα!
Η πρώτη προχθές στη "Σπίρα" του Βαγγέλη, στα Εξάρχεια.
Με άναψε με καυτά γλωσσόφιλα και κανονικά χουφτώματα. 
Κι όταν της ζήτησα να πάμε να πηδηχτούμε στα σκαλάκια της Ζωοδόχου Πηγής στην Ακαδημίας μου πέταξε ένα "Δεν είναι σωστό!".
Δεν κατάλαβα. Μια ώρα μου χουφτώνεις τον κώλο και μου τρίβεις τον πούτσο με το γονατάκι σου, μου τον έχεις κάνει κατάρτι αθηναϊκής τριήρους και μου λες "δεν είν σωστό";
Χθες την άφησα στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Και μου λέει: "Έλα πάνω για ένα μόνο λεπτό να γνωρίσεις τη γατούλα μου τη Ζιζέλ".
Άκου να σου πω κυρά μου. Στις τρεις τα ξημερώματα δεν υπάρχει "μόνο για ένα λεπτό"! Και στο καπάκι στο ασανσέρ σου πέφτει δήθεν όλως τυχαίως στον ώμο το τιραντάκι. 
Θα κάτσετε να σας γαμήσω, κι εσύ και το γατουλίνι σου, και θα μου κάνετε και κοφτές βεντούζες στ’ αρχίδια να μου τα ξεπρήξετε...

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

"Ημερολόγιο λιποταξίας" (101) - Οι Αρμένιοι του Βυζαντίου ήταν οι πιο επικίνδυνοι εχθροί της Αρμενίας!

Η προηγούμενη ανάρτηση φαίνεται πως προκάλεσαι μεγάλο ενδιαφέρον. Υψηλή επισκεψιμότητα και πολλά μέιλ δέχθηκα, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί οι φίλοι-αναγνώστες δεν γράφουν δημόσια τις απόψεις και τα σχόλιά τους...
Δεν είμαι βυζαντινολόγος ούτε αρμενολόγος και σίγουρα δεν έχω απάντηση σε όλα τα ερωτήματα. Πιστεύω όμως πως δεν μπορούμε να γράφουμε την ιστορία της "βυζαντινής" αυτοκρατορίας αγνοώντας τις απόψεις των άλλων λαών, Σέρβων, Βούλγαρων, Αλβανών, Αρμένιων, Τούρκων κ.λπ.
Οι επικεφαλής της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας για να διαφοροποιηθούν απ’ τη Δύση θέλησαν να επιβάλλουν τη χρήση της ελληνικής ως "κοινής" γλώσσας. Κάτι σαν αυτό που έκαναν κι οι Μακεδόνες επί Αλεξάνδρου.
Αντιμετώπισαν όμως μεγάλες δυσκολίες στον "εξελληνισμό" των δεκάδων φύλλων της Μικράς Ασίας. Την μεγαλύτερη όμως αντίσταση στις αφομοιωτικές επιρροές προέβαλλαν οι Αρμένηδες. Διατήρησαν τον πατριωτισμό, τη γλώσσα, την ιστορία τους, την περηφάνια τους...
Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες πολλές φορές μπήκαν εχθρικά στα εδάφη της Αρμενίας. Κατέλυσαν την ανεξαρτησία της, λεηλάτησαν, αποδεκάτησαν και εκτόπισαν τους πληθυσμούς της.
Ακόμα κι η λεγόμενη "Μακεδονική Δυναστεία", αρμενικής καταγωγής, κατέλυσε τα αρμενικά βασίλεια και χρησιμοποίησε τους Αρμένηδες για να επικοίσει διάφορες περιοχές της αυτοκρατορίας που ερήμωσαν από επιδημίες ή πολέμους.
Οι Βυζαντινοί ήθελαν την Αρμενία σαν κυματοθραύστη και προκεχωρημένο φυλάκιο έναντι του περσικού κινδύνου αλλά και κάθε άλλου καυκασιανού ή ανατολίτη εισβολέα. Αυτό απαιτούσε ειδική μεταχείριση του αρμενικού λαού. 
Αλλά πολλοί ήταν οι Αρμένιοι που όταν έγιναν αυτοκράτορες, στρατηγοί, "κατεπάνω" και "πρωτοσπαθάριοι" των Ρωμαίων, εξελίχθηκαν σε διώκτες των συμπατριωτών τους.
Υπαρχει σχετικά ένας αρμένικος μύθος: 
Κάποτε ήρθαν στο δάσος ξυλοκόποι κι άρχισαν να κόβουν τα δέντρα. Αυτά έτρεξαν στο Δάσος και του είπαν τα καθέκαστα. "Μη φοβάστε", είπε το Δάσος, "θα περάσει κι αυτό όπως τόσα άλλα". "Μα κρατάνε τσεκούρια", διαμαρτυρήθηκαν τα δεντράκια. "Κι από τι γίνεται το τσεκούρι;", ρώτησε το Δάσος. "Από μέταλλο", του απάντησαν. "Μη φοβάστε το σίδερο", τους καθησύχασε το Δάσος. "Όμως το τσεκούρι έχει και στυλιάρι!", του απάντησαν. "Κι από τι γίνεται το στυλιάρι;". "Από δέντρο!". "Ε, τότε πάμε χαμένοι", κατέληξε το Δάσος...
Κλείνω για σήμερα με δυο τελευταίες πληροφορίες:
Α) Όπως είπαμε οι Αρμένιοι ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό ακολουθώντας δια της βίας την επιλογή του ηγεμόνα τους, το 301 μ.Χ. Στην κατήχηση του λαού πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξε ο Γρηγόριος ο Πάρθος, που εκ των υστέρων οι Αρμένιοι αγιοποιήσαν. Είναι ο γνωστός "Άγιος Γρηγόριος ο Φωτιστής". Έκτοτε, και για πολλές δεκαετίες, την αρμένικη εκκλησία διοικούσαν κληρονομικά απόγονοι αυτού του Γρηγορίου...
Β) Οι Αρμένιοι απέκτησαν δική τους γραφή εκατό χρόνια αργότερα, το 401 μ.Χ. Ως τότε χρησιμοποιούσαν οι μέν φιλοδυτικοί-φιλορωμαίοι την ελληνική, οι δεν φιλοανατολικοί-φιλοπέρσες τη συριακή.

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

"Ημερολόγιο λιποταξίας" (100) - Το Βυζάντιο ήταν αρμένικη αυτοκρατορία!

Διακρίνω μια σημαντική ομοιότητα των Αρμένιων και των Ελλήνων: έχουν κι οι δυο λαοί μια κρίση ταυτότητας. Σχοινοβατούν μεταξύ Δύσης κι Ανατολής!
Για τους Αρμένηδες "Ανατολή" ήταν η Συρία και η Περσία. Και "Δύση" ο ελληνορωμαϊκός κόσμος.
Η Αρμενία ήταν από αιώνες διχασμένη σε "Ανατολική" και "Δυτική". Κάτι σαν τη σημερινή Ουκρανία. Καθένα απ’ τα δυο τμήματα είχε διαφορετικές θρησκευτικές, πολιτιστικές και πολιτικές επιρροές.
Κλασικό παράδειγμα ο Βασιλιάς τους Τιριδάτης Γ’. Αυτός, όσο αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο Διοκλητιανός, καταδίωκε τους Χριστιανούς. Αλλά όταν τα πράγματα στη "Δύση" άρχισαν να έρχονται τούμπα, έσπευσε πρώτος να υιοθετήσει το Χριστιανισμό το 300 ή 301 μ.Χ.
Οι φιλο-Πέρσες Αρμένιοι αποκαλούσαν τους φιλο-Ρωμαίους "παταλικούς", δηλαδή "λοξούς", "διαστραμμένους". Γενικά, οι σχέσεις των Αρμένηδων με το ανατολικό ρωμαϊκό κράτος ήταν αγάπης και μίσους.
Το ’χουμε ξαναπεί: το Βυζάντιο ήταν σίγουρα μια πολυεθνική αυτοκρατορία αλλά τα ανώτατα αξιώματα τα μονοπωλούσαν σχεδόν οι Αρμένιοι "παταλικοί", που οι ίδιοι αυτοαποκαλούνταν "Ρωμαιο-αρμένιοι". 
Τέτοιος ήταν, π.χ., ο πατριάρχης Φώτιος, ο στρατηγός Ναρσής (Νερσές), οι μεγάλες οικογένειες γαιοκτημόνων Βάρδα (=Βαρντά) και Φωκά, και φυσικά οι περισσότεροι αυτοκράτορες.
Ιδιαίτερα αγαπητός ήταν ο Τσίμισκι, που οι συμπατριώτες του τον αποκαλούσαν με το μικρό του όνομα: "Κιρτζάν" (= κυρ-Γιάννη)!
Μετά τον Κιρτζάν ανέβηκε στο θρόνο ένας άλλος Αρμένης, ο Βασίλειος, ο ιδρυτής της λεγόμενης "Μακεδονικής" ή "Αρμενικής" Δυναστείας. Μόλις πήρε την εξουσία ταξίδεψε στην Κιλικία, στο αρμένικο μοναστήρι του Παχατζιάκ όπου έλαβε το αρμένικο βάπτισμα και του δώρισε μεγάλη ακίνητη περιουσία.
Γενικά, όλοι οι "Μακεδόνες" αυτοκράτορες πριν από κάθε μεγάλη εκστρατεία επισκέπτονταν Αρμένιους μοναχούς και έπαιρναν την ευχή τους.
Πηδάμε απ’ την μια εποχή στην άλλη, αλλά δεν πειράζει. Ο επίσης Αρμένιος αυτοκράτωρ Ηράκλειος έμεινε στην ιστορία γνωστός για τους φοβερούς πολέμους κατά των μεγαλύτερων εχθρών της Αρμενίας, των Περσών. 
Σε μια εκστρατεία του, κι ενώ υπερασπιζόταν τα αρμένικα εδάφη της Ανατολής, οι Άβαροι πολιόρκησαν τη Βασιλεύουσα. Τι πιο λογικό να επιστρέψει ο στρατός στην Πόλη για να την προστατέψει. Όμως ο Ηράκλειος έμεινε στην Αρμενία! 
Τον λόγο δεν θα τον γράψει κανένα βιβλίο ελληνικής ιστορίας. Γιατί και ο Ηράκλειος και ο στρατός του ήταν αρμενικός και δεν θα άφηναν απροστάτευτη τη φυλή τους για να υπερασπιστούν ρωμαϊκούς μύθους!
Τελικά η Πόλη δεν έπεσε. Κι αυτό λύπησε τους Αρμένιους. Γιατί αν χανόταν τότε η Πόλη, ο Ηράκλειος θα παρέμενε στην Αρμενία με το στρατό του και θα έφτιαχνε ένα πανίσχυρο βασίλειο...
Όμως οι Αρμένηδες είχαν πολλούς προδότες και "γενίτσαρους". Ο πιο μισητός συμπατριώτης τους ήταν ο Μόρικ. Γεννήθηκε σ’ ένα φτωχό αρμένικο χωριό αλλά ο ίδιος ήταν κωλόπαιδο, τεμπέλης, απείθαρχος και μωροφιλόδοξος.
Παράτησε τους γέρους γονείς του και εντάχθηκε στο βυζαντινό στρατό. Πήγε στην Πόλη και με διάφορους τρόπους κατάφερε ν’ ανέβει μέχρι το θρόνο. Τότε πήρε και το ρωμαϊκό όνομα "Φλάβιους Μαυρίκιους", και εξελληνισμένο "Μαυρίκιος".
Ο κομπλεξικός αυτός άνθρωπος μισούσε τους συμπατριώτες του. Δεν δίστασε να συμμαχήσει με τον Πέρση βασιλιά Χοσρόη και συμφώνησαν να μοιράσουν τα εδάφη της Αρμενίας και να εκτοπίσουν τους Αρμένιους προκειμένου να τους εξαφανίσουν!
Ακόμα και σήμερα οι Αρμένηδες έχουν ένα κενοτάφιο του Μόρικ και περνούν εκστομώντας διάφορες φοβερές κατάρες.
Τελικά ο Μόρικ-Μαυρίκιος είχε οικτρό τέλος. Όταν επιχείρησε να περικόψει τους μισθούς των "κατάφρακτων" Αρμένιων του βυζαντινού στρατού, εκείνοι επαναστάτησαν με τον αρχηγό τους Φωκά και τον κατακρεούργησαν. 
Το ανέκδοτο της ιστορίας: τα ελληνικά βιβλία επιμένουν πως ο Μόρικ ήταν "ελληνικής καταγωγής"!  
Χαχαχαχα

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (Γ’ - Στο γνωστό υπόγειο του Ψυρρή...)

Ποιος δαίμονας τον έφερε πάλι σ’ αυτούς τους βρόμικους δρόμους;
Τύποι διασχίζουν νευρικά την πλατεία με τη βιασύνη της επιβίωσης.
Όλοι κυνηγούν το χρήμα. Αυτά τα μαγικά χαρτάκια που υποτίθεται ζωντανεύουν το όνειρο.
Η κόκα είναι η σκόνη της διαύγειας, της τρέλας, της κυριαρχίας.
Είναι ευκαιριακός χρήστης. Ελπίζει πως το ελέγχει και να μην τον ελέγχει...
Απόψε έχει ραντεβού με την Ναταλί. Προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες σε ευκατάστατους κυρίους. Και πουλάει κόκα σε κάτι μαλάκες σαν κι αυτόν.
Της ζητά να κάνει το "τεστ καθαρότητας". Ακουμπά τα χείλη της στο πακέτο με την κόκα και τον φιλά στο στόμα. Αν η σκόνη που σου πουλάει είναι ποιοτική, τα χείλη σου μουδιάζουν. Ακουμπάς το παραδάκι και φεύγεις...
Η νύχτα υπόσχεται το ανέφικτο.
Στο υπόγειο κλαμπ παίζει αφροαμερικάνικη μουσική. Στην είσοδο κουστουμαρισμένοι μπράβοι με τα πιστόλια κάτω απ’ τα σακάκια.
Στην τσέπη του κουβαλάει το "χημικό μπαστουνάκι" που τον βοηθάει να περπατήσει στη ζωή.
Μπουκάρει γρήγορα στην τουαλέτα να πάρει μια γεμάτη εισπνοή με την ησυχία του.
Κλείνει το καπάκι της λεκάνης, ακουμπάει πάνω της μια τηλεκάρτα, τοποθετεί ένα λοφάκι κόκας, το πιέζει να γίνει θρύψαλα κι αποτελειώνει τη δουλειά μ’ ένα ξυραφάκι.
Μετά από δέκα λεπτά τον "πιάνει".
Το στυλ του κάπου παραπέμπει αλλά δεν ξέρει πού. 
Δεν έχει την ταλαιπωρημένη όψη του χρήστη. Είναι ακόμα στο στάδιο του "αρραβώνα". Γλυκιά διέγερση, ευστροφία, τέντωμα αισθήσεων.
Όλα τους είναι εφήμερα. Μετά, είτε ξαναπίνεις είτε αρχίζει ο κατήφορος.
Όλο το μαγαζί είναι υπό την επήρεια της σκόνης.
Πύρινη κόλαση δικέ μου...

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Πλέον δεν ψάχνω μουνιά αλλά μυαλά!

Σας το δηλώνω υπεύθυνα και το υπογράφω με τα σχεδόν πενήντα χρόνια εμπειρίας μου: όλα τα μουνιά είναι απολύτως ίδια!
Ακόμα και τα κινέζικα, κάθετα είναι. 
Ήταν να τη φάω κι αυτή τη φρίκη θεέ μου. Ήταν η τελευταία απαντοχή μου. Αλλά αποδείχθηκε κι αυτό σκέτη παραπληροφόρηση. Σταδιάλα όλ’ αυτά τα παπαγαλάκια που τόσα χρόνια μου έκαναν πλύση εγκεφάλου πως τα κινέζικα είναι δήθεν παύλες...
Παιδιά, δε λέω υπερβολές και θέλω να με πιστέψετε. Ετούτη που τα ’χω τώρα είναι πολύ σπάνια περίπτωση. 
Ξαπλώνω δίπλα της και νιώθω πιο ευτυχισμένος κι από χοντρό αρουραίο σε τυροκομείο. 
Είναι μικρή αλλά δείχνει φοβερά κατασταλαγμένη.
Κάνει σχέση για το σωστό λόγο, δεν προσπαθεί να είναι κάτι... απλά είναι, οδηγεί διακριτικά το τραίνο, δεν είναι καθόλου κραυγαλέα, ξέρει να εντάσσει τη σεξουαλικότητα στην προσωπικότητά της.
Μα καλά, υπάρχουν σήμερα τέτοιες γυναίκες; Εγώ ακόμα και τώρα που ζυγώνω τα πενήντα συνεχίζω να συμπεριφέρομαι σαν κομπλεξικό κοκοράκι...
Μου έκανε εντύπωση που δεν ήθελε να κάνουμε σεξ με το καλημέρα. 
Το διαολάκι ήξερε καλά πως οι άντρες άμα πηδήξουν ξελαμπικάρουν κι αρχίζουν να σκέφτονται. 
Ο άντρας όταν γαμήσει πετυχαίνει το σκοπό του, δεν έχει πλέον κίνητρο ούτε στόχο να κυνηγήσει. Ενώ η γυναίκα μόλις τότε αρχίζει να κυνηγάει το στόχο της. Και τι κάνει ο άντρας μόλις αισθανθεί πως γίνεται στόχος; Απλά, το βάζει στα πόδια! 
Πού τα έμαθε ολ’ αυτά το νιάνιαρο;
Πίναμε κάτι μπυρόνια στο κατάστρωμα, δεν ήθελε πολύ, προσπάθησα κι εγώ να χώσω το χέρι μου στο κιλοτάκι της. Αμέσως έσφιξε τα μπούτια.
"Όταν η γυναίκα ανοίγει γρήγορα τα μπούτια", μου είπε, "χάνει τη διαπραγματευτική της θέση. Γίνεται μια προσωρινή στάση στην ερωτική ζωή του άντρα. Μια χάντρα στο κομπολόι του"!
Καλά, πού τα σπούδασε αυτά; Τέτοια πράγματα δεν τα λέει ούτε η Αρβελέρ που ΄ναι και πρύτανης στη Σορβόνη!
"Μου είχες υποσχεθεί να κάνουμε σεξάκι στο πλοίο", της θύμισα.
"Λάθος μου!", απάντησε. "Το γρήγορο σεξ σβήνει τη σπίθα του πόθου. Δεν την αφήνει ν’ ανάψει τη φωτιά"!
Μπαμ και κάτω εγώ! Ρε σεις, τούτη δω μιλάει σαν τη σοφή Υπατία!
Αλλά απ’ την άλλη, μπήκαν στο μυαλό μου και κάτι παράξενες σκέψεις. Λες να είναι κανένα μυξοπάρθενο θεούσικο και μου το φέρνει απ’ έξω απ’ έξω;
Αλλά το γκομενάκι δεν παίζεται μιλάμε.
Μόλις πιάσαμε το ενοικιαζόμενο δωμάτιο πήγε πρώτο για ντουζάκι.
Μπαίνω κι εγώ στη συνέχεια, και τι βλέπω;
Είχε κρεμάσει πίσω απ’ την πόρτα, δήθεν τυχαία, ένα μαύρο δαντελένιο μπέιμπι ντολ. 
Από κείνη τη στιγμή δεν έπαψα να τη φαντάζομαι να το φοράει και το καβλί μου δεν λέει να πέσει. 
Τζάμπα τα βιάγκρα που αγόρασα...