Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

Πώς πέρασα το φετινό Πάσχα...

Πάντα συχαινόμουν τις παραδόσεις.
Να φορέσουμε το κουστουμάκι μας, να πάμε στην εκκλησία τα μεσάνυχτα, ν' ακούσουμε το Χριστός Ανέστη, να φιληθούμε δήθεν εγκάρδια, να γυρίσουμε για τη μαγειρίτσα και το πρωί να ψήσουμε και τ' αρνάκι παρέα με βαρετούς και πανηλίθιους συγγενείς...
Εγώ τέτοιες μέρες γουστάρω να τριγυρίζω στους δρόμους μόνος, σαν την άδικη κατάρα!
Να προσπαθώ μέσα απ' τις γρίλιες των ισόγειων διαμερισμάτων να διακρίνω καμιά κωλαρού να γδύνεται ή τη φιγούρα κανενός ζευγαριού να πηδιέται στο ημίφως. 
Να κρυφακούω απ' τ' ανοιχτά παράθυρα γυναικείες φωνές που ηδονίζονται. 
Και να τον παίζω με το χέρι μου στην αριστερή τσέπη.
Όσο μεγαλώνω τόσο ξυπνάει ο μπανιστηρτζής μέσα μου...
Κοντά στην Ομόνοια, στην οδό Ακομινάτου, γνώρισα έναν που μου μοιάζει. Του ζήτησα να κάνουμε παρέα.
Μου διηγήθηκε πως όταν πήγαινε γυμνάσιο παρακολουθούσε τα κορίτσια κρυφά την ώρα που κατουρούσαν. Κι ύστερα πήγαινε κι έγλειφε το κάτουρό τους. Και στο καπάκι αυνανιζόταν και κατάπινε το σπέρμα του! 
Πριν λίγα χρόνια είχα περάσει μια άλλη φρίκη. Ήθελα να ζήσω στο δρόμο, να παίζω ξύλο στα γκέτο, να μπουκάρω στα μίνι μάρκετ και ν' αγοράζω μια κλοτσοπατινάδα...
Τώρα έχω άλλο κόλλημα: Θέλω να γράφω ποιήματα! 
Σα φωτογραφίες τραβηγμένες στην κόλαση. 
Ουρλιαχτά χωρίς ήχο. 
Στίχους σαν κραυγές σεληνιασμένου σε στιγμές επιληπτικής κρίσης.
Και να τα διαβάζω σε παρακμιακά μπαρ και ταβέρνες. Να με χειροκροτούν οι μπεκρούλιακες και να με κερνάνε ληγμένες μπύρες.
Και στο τέλος, ν' ακουμπάω τα τριχωτά μου αρχίδια στο τραπέζι να μου τα γλείψουν ελεεινές αδελφές...
Όσο γερνάω τόσο και γουστάρω τους αέρινους πούστηδες. 
Κάτι τύπους που περιμένουν υπομονευικά να σκάσεις μύτη στα βενζινάδικα της εθνικής οδού για να σου κάτσουν σε στενές και βρόμικες τουαλέτες.
Μετά να τους κερνάς διπλό ελληνικό κι αυτοί να τολμούν να σου μιλούν για την πραγματική τους ταυτότητα. Τα ομοφυλόφιλα πάθη τους, τις ανησυχίες τους, τις φαγούρες της κωλοτρυπίδας τους...
Τέτοιες μέρες μ' αρέσει να κάνω παρέα τύπους περιθωριακούς, αφορισμένους, υπνοβάτες.
Με μάπες σκαμμένες βαθιά απ' τα πρόωρα γεράματα, τα ξενύχτια, τις απόπειρες αυτοκτονίες.
Πρόσωπα κιτρινισμένα από χολή κι οινοποσίες.
Να παλεύουν να συμμαζέψουν τα διαλυμένα απ' το αλκοόλ και τα χάπια μυαλά τους...

3 σχόλια:

Μαρία είπε...

Πολύ ωραία... απ’ τον καντ στα τριχωτά αρ...

BUTTERFLY είπε...

Και ο Χριστος τους αμαρτωλους γουσταρε κι οχι τους "εναρετους"...
Και του χρονου!

Πτωχός τω πνεύματι είπε...

Τελικά, αν το πολυαναλύσουμε, όλοι τους αμαρτωλούς γουστάρουν!