Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Ένας μούτσος απ’ το Καρπενήσι! (Z’ - Έϊ καπετάνιε, θες ένα ναύτη ακόμα;)



Οι εφοπλιστάδες είναι μεγάλα καθίκια! Γνωστό αυτό.
Τα ταξίδια με μεγάλο ρίσκο έχουν και τα μεγάλα κέρδη. Αλλά οι κοιλαράδες στο Λονδίνο και στον Περαία δεν είναι διατεθειμένοι να ρίξουν στη φωτιά τα καλά τους βαπόρια. Και στέλνουν τα σαπάκια τους. Κι έλα εσύ ρε μούτσο κακομοίρη να βγάλεις το φίδι απ’ την τρύπα...
Μόλις είδα το βαπόρι έχασα τη μιλιά μου. Ένα μάτσο ασυντήρητες και σκουριασμένες λαμαρίνες. 
Μα καλά, μπορούν να ζήσουν άνθρωποι εκεί μέσα; Είναι δυνατόν ν’ αντέξει τούτο το πράμα τη μανία των τροπικών καταιγίδων στα ποτάμια και στις ζούγκλες του Μπαγκλαντές και της Ραγκούν; Μπορεί να πιάσει με ασφάλεια τα "καταραμένα λιμάνια" που δε φαίνονται ούτε στους στρατιωτικούς χάρτες;
Μόλις πάτησα το πρώτο σκαλί της ανεμόσκαλας αναρωτήθηκα: "Πού πάω; Στην κόλαση;"...
Ήξερα τι με περιμένει: ζέστη, βρόμα, αναθυμιάσεις μαζούτ και καμένου μηχανόλαδου, κουνούπια, αρρώστιες! Στην ατέλειωτη θολούρα παραμονεύει παντού η δυσεντερία, ο κίτρινος πυρετός, η μαλάρια, η χολέρα... 
Τις λίγες ώρες της ξεκούρασης ένα ποτό, ένα βιβλίο, λίγο τάβλι σπρώχνουν με το ζόρι το λεπτοδείχτη. Μυστικά κι εξομολογήσεις βγαίνουν σα φαντάσματα. Ελάχιστα πράγματα αντέχεις να κρατήσεις μόνο για τον εαυτό σου. 
Οι κουβέντες από αλλού ξεκινάνε μα πάντα στις γυναίκες καταλήγουν. Η γυναίκα είναι βάσανο. Μα και χώρια της πάλι σκλάβος είσαι.  Οι κοπελιές πριν το γάμο δεν ψάχνουν τίποτα. Μόνο για έναν γαμπρό. Μόλις τον βρουν θέλουν τα πάντα: σπίτι παιδιά, άνετη ζωή, κι ό,τι στερήθηκαν στο σπίτι του πατέρα τους. 
Σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης η ίδια νοοτροπία...
Στα ποτάμια του Μπαγκλαντές μ’ ένα πακέτο τσιγάρα ή μ’ ένα σαπούνι, παίρνεις απ’ τους ιθαγενείς παπαγάλους, μαϊμούδες, πολύχρωμα τροπικά πουλιά, δέρματα βόα... 
Τις μαϊμούδες τις αποφεύγαμε. Οι άτιμες κατουράνε στα σεντόνια σου! 
Γι’ αυτό γεμίσαμε παπαγάλους. Σε μια βδομάδα δεν άκουγες άλλες λέξεις στο βαπόρι απ’ το "μαλάκα" και "πούστη" με τις χαρακτηριστικές τσιριχτές φωνούλες τους...