Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Συζήτηση με τον Κουφοντίνα! (Β’ - Κι αν φύγανε οι Γερμανοί, ήρθαν οι Αμερικανοί!)

Ψόνθο: Δημήτρη, έχω την εντύπωση πως η Αριστερά μυθοποιεί κι αγιοποιεί τις "λαϊκές δυνάμεις". Θυμάμαι τη δεκαετία του ’80 την επίσημη κρατική προπαγάνδα για την "παλλαϊκή εθνική αντίσταση ’41-’44". Στην πραγματικότητα μια μειοψηφία έκανε αντίσταση. Οι περισσότεροι Έλληνες ήταν απορροφημένοι στον αγώνα για επιβίωση. Και, φυσικά, υπήρχαν αναρίθμητοι "δοσίλογοι", ο μαυραγοριτισμός έδινε κι έπαιρνε, οι Ταγματασφαλίτες προέρχονταν κυρίως απ’ τα κατώτερα λαϊκά στρώματα κ.λπ. Κάτι ανάλογο έγινε και με την περίοδο της Δικτατορίας. Η μεγάλη πλειοψηφία του λαού έμεινε παθητικά ουδέτερη, ενώ ένα 30% περίπου έβλεπε με συμπάθεια τους συνταγματάρχες. Και μετά το Πολυτεχνείο δεν βγήκε ούτε "κιχ". Εσύ τι λες για όλ’ αυτά;
Κούφο: Είναι ένα ερώτημα που κι εμένα πάντα με απασχολούσε. Έβλεπα τον κόσμο γύρω μου ικανό για το καλύτερο και το χειρότερο. Την κοινωνία έτοιμη για το πιο λαμπρό ξεπέταγμα κι αμέσως να πέφτει σε λήθαργο, τόσο αδιάφορη, αδύναμη παραιτημένη. Κι εγώ μετά την κορύφωση του Πολυτεχνείου δεν μπορούσα να πιστέψω πόσο γρήγορα και εύκολα πέσαμε στην "ηρεμία και τάξη", στην υποταγή και στο φόβο...
Ψόνθο: Έγραψες πως σε συγκινούσε η "γεωγραφία της Αντίστασης". Τα τελευταία χρόνια οργανώνονται πολλοί "ιστορικοί περίπατοι" σε κάθε γωνιά της Αθήνας και του Πειραιά όπου συνέβησαν αξιόλογα αντιστασιακά γεγονότα, μπλόκα, μάχες κ.λπ. Μεγάλη έμφαση δίνεται και στην αναμέτρηση των Δεκεμβριανών. Αλλά δεν άκουσα κανέναν να εμπνέεται απ’ αυτούς τους "περιπάτους" για ν’ αναβιώσει το αντάρτικο πόλεως όπως έκανες εσύ...
Κούφο: Εσύ μπορεί να γυρνάς στα κατοχικά μπλόκα ή στα μέρη που στήνονταν τα οδοφράγματα των Δεκεμβριανών για να έχεις κάτι να διηγηθείς το βράδυ στις μπυραρίες των Εξαρχείων. Αλλά εγώ είχα άλλη ψυχολογία. Ψηλαφούσα τις τρύπες απ’ τις σφαίρες των πολυβόλων στις προσφυγικές κατοικίες κι επικοινωνούσα πνευματικά με τους ανθρώπους που θυσιάστηκαν για να κάνουν μια κοινωνία πιο ανθρώπινη, άξια να μεγαλώνουν ελεύθερα παιδιά. Οι τόποι του μαρτυρίου ήταν για μένα ένα μεγάλο σχολείο που μου ενέπνεαν το μίσος για την αδικία και την εκμετάλλευση, την αλληλεγγύη, την τιμή, την ευθύτητα, την πίκρα της ήττας αλλά και τη συνωμοτικότητα απέναντι στην εξουσία. Μέσα απ’ την τοπογραφία της Αντίστασης ξεπερνούσα το φόβο του χωροφύλακα και του Αμερικάνου πράκτορα, οικοδομούσα ένα νέο όραμα, μια νέα ελπίδα.
Ψόνθο: Λες πως εμπνέεσαι απ’ το μύθο της ηρωικής Αντιγόνης. Για στάσου ρε συ Δημήτρη. Η Αντιγόνη ήταν πρόθυμη να πεθάνει προκειμένου να θάψει τον νεκρό αδελφό της γιατί τότε επικρατούσε η αντίληψη πως αν το σώμα μείνει άταφο η ψυχή περιπλανιέται άσκοπα και βασανίζεται. Αλλ’ αυτό ήταν μια ψευδαίσθηση. Μήπως κι εσύ θυσιάστηκες για μια ψευδαίσθηση;
Κούφο: Εγώ στο μύθο της Αντιγόνης δεν βλέπω μια άσκοπη θυσία, μια τρέλα στο όνομα κάποιας ιδεοληψίας ή ψευδαίσθησης. Για μένα η Αντιγόνη διδάσκει την ευθύνη, την ατολμία, το αντιστασιακό πνεύμα, την ηθική ανωτερότητα του αγωνιστή απέναντι στο θράσος και στη μισαλλοδοξία της εξουσίας. Η σεβάσμια κι αυστηρή μορφή της Αντιγόνης ταυτίζεται στη φαντασία μου με την καθησυχαστική μορφή του γενειοφόρου αντάρτη. Η Αντιγόνη είναι η δικιά μου Παναγιά, κι ο Αντάρτης με τα σταυρωτά φυσεκλίκια ο δικός μου Ιησούς...
Ψόνθο: Πάντως, αδελφάκι μου, είσαι πολύ παρωχημένος. Μέχρι και τον Διονύσιο Σολωμό θαυμάζεις. Μα πού ζεις; Πίσω απ’ τον ήλιο; Πώς τη βρίσκεις μ’ αυτόν τον μέθυσο, τον αγάμητο, τον ξεπεσμένο κόντε;
Κούφο: Κατεβάζεις πολύ το επίπεδο της συζήτησης κι αρχίζω να το μετανιώνω που δέχτηκα να σου μιλήσω. Αυτά που λες είναι σχόλια κι αναλύσεις καφενείου. Εγώ, στο λυρικό έργο του Σολωμού ανακάλυψα τον Παντοτινό Επαναστάτη. Διάβαζα τους Ελεύθερους Πολιορκημένους κι αντί για το Μεσολόγγι έβλεπα το Πολυτεχνείο. Μεσολόγγι και Πολυτεχνείο είναι οι μικροί τόποι που παλεύουν με τα μεγαθήρια. Τα μάτια μου δεν έβλεπαν τόπους ενδοξότερους από τούτα τα μικρά αλωνάκια...

Δεν υπάρχουν σχόλια: