Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Η μύτη κάνει τη διαφορά!

Καλοκαίριασε κι η Αθήνα βρίσκεται στα χάι της. Η Ερμού, από πάνω ως κάτω, απ’ το Σύνταγμα ως το Γκάζι, μυρίζει μουνίλα. Όπου και να γυρίσω το βλέμμα μου όλο και κάποιο κωλαράκι θα μου χαμογελάσει...
Ό,τι δεν έκανα νέος θα το κάνω τώρα στα γεράματα. Είμαι αποφασισμένος να ρίξω "παραγάδι". Όλο και κάποιο μεταναστευτικό χελιδονάκι απ’ το βορρά θα μου κάτσει. Να βγάλουμε και κανένα χαρτζιλικάκι βρε αδελφέ. 
Α ρε Αλέξη, στο κλαρί μας έβγαλες. Να δούμε τι άλλο θα κάνουμε για να πληρώσουμε τους ένφιες, τα τέλη επιτηδεύματος και τις εισφορές...
Λοιπόν, οι τουρίστριες έχουν μπόλικα φράγκα, και πλέον στον ρουφάνε λες και περιμένουν να βγάλουν πετρέλαιο! Σου δίνουν τα νεφρά στο χέρι σε λέω...
Αλλά αυξήθηκε κι ο ανταγωνισμός. Άλλος τον έχει ίσα με το γόνατο, άλλος κοντό και χοντρό σα τζιμινιέρα σε ποστάλι, άλλος αντέχει το ξύλο της αρκούδας κι άλλος ψοφάει να τον κατουράνε στο στόμα...
Τα δικά μου συγκριτικά πλεονεκτήματα είναι δύο. 
Πρώτον ξέρω πέντε πράγματα παραπάνω να πω στα τρυφερούδια για τον Σωκράτη και τον Περικλή. Τ’ άλλα καμάκια αδιαφορούν για την εγκυκλοπαιδική μόρφωση. "Καθηγητής Κοινωνιολογίας θα γίνω;", σου λένε...
Το δεύτερο είναι πως ανακάλυψα έναν φοβερό τρόπο να τις φέρνω σε γρήγορους οργασμούς. Είναι ένας συνδυασμός τριψίματος της κλειτορίδας με τη μύτη και ταυτόχρονου γλειψίματος των χειλέων...
Στην πιάτσα έχω τη φήμη της "χρυσής μύτης"! 
Κι εγώ φροντίζω να καλλιεργώ τον μύθο μου. Τους λέω πως η μάνα μου είχε κάποτε ταξιδέψει στη Βραζιλία και πηδήχτηκε στον Αμαζόνιο μ’ έναν μυρμηγκοφάγο και γέννησε εμένα! 
Τι να πω ρε παιδιά... Τη μύτη δεν την έχουμε μόνο για ν’ αναπνέουμε καυσαέριο...
Έχω ήδη χτυπήσει ένα καλό γκομενάκι με τα όλα του. Δηλαδή με όλες τις τρύπες του στη θέση τους κι ενεργοποιημένες.
Είναι ζόρικο αλογάκι. Το ’χει παράπονο πως τα τελευταία χρόνια δεν έκανε τόσο έρωτα όσο θα θελε. Ούτε με τόσους όσους γούσταρε. Θεωρεί τους περισσότερους άντρες "κοκοράκια" κι αυτής της αρέσει, λέει, να σφάζει τα κοκόρια και να τους πίνει το αίμα...
"Εμένα ο άντρας, μ’ αρέσει να με οργώνει, αντέχεις;", με ρωτάει.
Από δω και πέρα όλα είναι πιθανά. Μπορεί να συμβεί το καλύτερο και το χειρότερο...
Φίλε, την πραγματική γυναίκα δεν την ακούς, τη μαντεύεις. Δεν τη βλέπεις, τη νιώθεις. Δεν την ψάχνεις, τη βρίσκεις...
Την πήγα σε μια απ’ τις πιο παρακμιακές μπυραρίες της Αθήνας. Θλιβερές μοκέτες, θλιβερή μουσική, θλιβεροί θαμώνες. Στέκι αλογομούρηδων και τζογαδόρων. Στην πίσω αίθουσα οι οθόνες με τους κουλοχέρηδες κουδουνίζουν διαρκώς.
Πιάσαμε ένα γωνιακό απόμερο τραπέζι. Έγειρε προς το μέρος μου. "Έλα στη μεγάλη μήτρα των χεριών μου!". Με επιτηδευμένες κινήσεις κατέβασε το φερμουάρ και το έβγαλε έξω.
Κι όταν η υγρή ηδονή γέμισε την παλάμη της, τη σήκωσε, τη μύρισε σαν ανοιξιάτικο λουλούδι, την έγλειψε όπως η γάτα τα μωρά της κι άλειψε το πρόσωπό της με την κρέμα του νωτιαίου μυελού μου.
"Έτσι θα κοιμηθώ απόψε, θα σε νιώθω στο μαξιλάρι μου, θα σε δω στα όνειρά μου, καλώς βρεθήκαμε"...

Δεν υπάρχουν σχόλια: