Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Οι έρωτές μου κάμπιες που δεν θα γίνουν πεταλούδες...

Στο σπίτι -κάθε απόγευμα-
καφέ για δύο έψηνα
μήπως νιώσει κανείς μιαν έλξη
κι αυτόβουλα δεχθεί
στο αχυρένιο το κλουβί
μαζί  μου νά ’μπει...

Είμαι συλλέκτης αλατιού
-βαρέλια ολόκληρα γεμίζω-
γιατί τη θάλασσα ολάκερη δική μου
δεν την μπορώ να έχω...

Σκέψεις-στιλέτα ορμάνε καταπάνω μου,
τις βεβαιότητες τρυπούν.
Τα κρύα βράδια, κάποια φαντάσματα
στον τοίχο με κρεμάνε
και παίζουν πάνω μου "βελάκια"
το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.
Και απ’ το κορμί μου -αντί για αίμα-
τέφρα στάζει...

Της νιότης ξέφρενα παραληρήματα
σαν τα σφηνάκια σάς κατέβαζα.
Μέθαγα μ’ έρωτες, φίλους, ουρανούς.
Μα δεν ξεδίψαγα!
-αλίμονο σ’ όποιον πίνει τη ζωή 
και λέει "τώρα χόρτασα"-

Εφηβικές αναμνήσεις μου
δες σας ποτίζω
-φοβούμαι μην μεγαλώσετε
και μακριά μου φύγετε 
σαν τόσους άλλους-
Σαν πόρνες είσαστε
που σας πληρώνω απλώς παρέα
να μου κάνετε...

Για όλους εσάς που από κοντά μου φύγατε
στης ανάγκης την ώρα τη μεγάλη
-χωρίς την πόρτα πίσω σας να κλείσετε-
έναν θυμό κρύβω μέσα μου
σαν του χελιδονιού που στο καταχείμωνο
ξέμεινε να φυλάει ρημαγμένες φωλιές...

Η ζωή μου καράβι αταξίδευτο,
ραντεβού στα τυφλά
-αναγνωρίζομαι απ’ τ’ αδειανά χέρια-
σκέψεις εκ προμελέτης και κατά συρροήν.
Γύρω μου παντού διαρρηκτικά εργαλεία,
αντικλείδια, συρτάρια ανάστατα
αμάχητα τεκμήρια λεηλασίας...

Οι έρωτές μου κάμπιες
που ποτέ δεν έγιναν
-ούτε και πρόκειται να γίνουν-
πεταλούδες...

Μόχθησα άγγελος να γίνω
-πάλι δεν τα κατάφερα-
Στο χώμα σύρθηκα
πόδια βαριά με τσαλαπάτησαν.
Μα μου μείναν δυο φτερά
-στις τουαλέτας το πατάρι τα φυλάω-
Κάποιες φορές να τα χαϊδέψω πήγαινα
μα κόβουν σαν ξυράφια
κι έντρομος τα χέρια μου τραβούσα...

Προσγειώσεις ανώμαλες
απώλειες προσανατολισμού
σκισμένα αλεξίπτωτα
σωσίβια βαρύτερα κι από κοτρόνες.

Κάθε βράδυ, μόλις πέφτω για ύπνο
κάποια αόρατη ύπαρξη 
στα χέρια μου βάζει ένα περίστροφο.
Κι ως το ξημέρωμα η κάννη του
προς το κεφάλι μου είναι στραμμένη
έτοιμη να εκτελέσει τη στύση του μυαλού μου...

Δεν υπάρχουν σχόλια: