Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Στα Εξάρχεια με καύσωνα (Πότε και πώς θα γκρεμιστεί ο καπιταλισμός?)

Τα Εξάρχεια, γενικά, είναι μια ασφαλής περιοχή. Εκτός αν είσαι μπάτσος, πρεζέμπορας ή ρουφιάνος. 
Κυκλοφορεί όμως πολύ νεολαία, βράζει το αίμα, μπυρόνια καταναλώνονται, κι όταν το θερμόμετρο χτυπάει 40άρια τα νεύρα είναι τσαντάλια και μπορεί να γίνει και κανένας τσαμπουκάς.
Οπότε, ας κρεμάσω στη ζώνη μου την αλυσιδίτσα. Και καλά για ντεκόρ, οπλοφορία δεν θεωρείται αλλά αν χρειαστεί την κάνει τη δουλίτσα της...
Στην γκαρσονιέρα της Λίζας δεν πρόκειται να ξαναπάω. ΟΚ, δεν είμαι πουριτάνας, αλλ' αυτό να την πιάνω γονατιστή με την ψωλή στο στόμα με ξενέρωσε...
Δικό μου σπίτι στα Εξάρχεια δεν έχω. Ποτέ δεν είχα. Αλλά τα τελευταία δέκα χρόνια πάντα στην ευρύτερη περιοχή υπήρχε ένα μέρος που ήμουν καλοδεχούμενος. 
Ως άνθρωπος είμαι ολιγαρκής. Μου φτάνει μια γωνίτσα να πλαγιάσω κι ένας άνθρωπος να μου πει μια καλή κουβέντα.
Δεν χρειάζομαι ούτε τουαλέτα ούτε ντουζιέρα. Έχω βρει έναν τρόπο και χώνομαι τις νύχτες στον Εθνικό Κήπο. Χέζω κάτω απ' τις ουασιγκτώνες της Αμαλίας και μπανιαρίζομαι στα τρεχούμενα ρυάκια του. 
Καμιά φορά παίρνω και κανέναν υπνάκο στα παγκάκια. Κι ονειρεύομαι πως είμαι στα κλουβιά με τις μαϊμούδες, τους αρπάζω τα φιστίκια, μου την πέφτει μια τουρίστρια, την μπάζω μέσα, μου λέει "τρελάθηκες?", αλλά μπαίνει, ξεσκιζόμαστε πίσω απ' τα ψεύτικα βραχάκια και τα πιθήκια μας παίρνουν μάτι και τον παίζουν...
Κι όταν καμιά φορά με κόβει η πείνα στήνω αξημέρωτα ξόβεργες και σε λίγη ώρα έχω στο χέρι τα μεζεδάκια που κελαηδάνε στα κλαδάκια...
Απόψε όμως νιώθω αδύναμος κι απαισιόδοξος.
Κάτι χίπηδες έχουν απλώσει την πραμάτεια τους στο πεζοδρόμιο. Πουλάνε κάτι αρωματικά στικ και όπιο.
Γαμημένα περιστέρια τσιμπολογούν ψιχουλάκια ανακατεμένα σε ροχάλες. Σκελετωμένες γάτες κυκλοφορούν σε κατουρημένα γρασίδια, σπασμένα μπουκάλια μπύρας, άδειες κονσέρβες που τις γλείφουν εξαθλιωμένοι σκύλοι, φάτσες αποβλακωμένες απ' τη ζέστη...
Λίγο προτού σκοτεινιάσει περνάω απ' το μίνι μάρκετ της γειτονιάς μπας και βουτήξω κανένα φαγώσιμο. Φοράω το καθιερωμένο φουλ μέταλ τζάκετ. Όλοι το ξέρουν πια, όλοι καταλαβαίνουν, κι όλοι παριστάνουν τον αδιάφορο...
Ούτε κατάλαβα πώς βρέθηκα σε μια παρέα από σκυλόφατσες, άπλυτους και ξελιγωμένους. Συζητούν με ένταση για το πότε και πώς θα γκρεμιστεί ο καπιταλισμός.
Τους μοιράζω απαλλοτριωμένες μπύρες και μου δίνουν το λόγο. Γιατί, ως γνωστόν, όταν πίνεις δεν μιλάς.
Πήρα ύφος βαρύγδουπο, καστοριαδικό, και πέταξα τις μαλακίες μου.
"Λοιπόν, μάγκες, ακούστε. Ο καπιταλισμός θα γκρεμιστεί μόλις το συνδικάτο θα κάνει απεργία επειδή ένας εργάτης πήγε για χέσιμο και δεν βρήκε χαρτί στην τουαλέτα. Ή όταν θα γυρνάμε σπίτι μας, θα βρίσκουμε μέσα άλλους, θα τους χαιρετάμε, θα πίνουμε ένα καφεδάκι και θα ψάχνουμε γι' άλλο σπίτι..."

Δεν υπάρχουν σχόλια: