Κυριακή, 20 Αυγούστου 2017

Κρίσεις μαύρου πυρετού! (Β’ - Δόντια σαν κωλοδάχτυλα!)

Με τον Μπόσκο τον Κοσοβάρο δεν κολλάγαμε. Ήταν ολοφάνερο. Παρ’ όλ’ αυτά κάναμε παρέα. Ήταν φιλία ανάγκης. Όχι από κείνες τις γνήσιες κι αυθεντικές.
Σαν πιάσαμε λιμάνι είπαμε να βγούμε για μια μπουρδελότσαρκα. Αλλά πρώτα θα περνούσαμε απ τα μπαρ να πιούμε μπύρες. 
Νοικιάσαμε κι ένα αμάξι απ’ το "νεκροταφείο αυτοκινήτων"...
Ο Μπόσκο ήταν ο άτυπος αρχηγός της παρέας. 
Αυτός οδηγούσε, αυτός επισκεύαζε κάθε τόσο τις βλάβες του σαράβαλου αυτός καθάριζε με τη θηριώδη δύναμή του όταν πέφταμε σε "κακοτοπιές"...
Μπήκαμε στην πρώτη μπυραρία που βρήκαμε ανοιχτή εκείνη την ώρα. Ήταν σχεδόν άδεια. 
Σ’ ένα παράμερο τραπέζι κάθονταν τρεις ασπρουλιάρηδες γίγαντες με δυο λυκόσκυλα να λαγοκοιμούνται στα πόδια τους.
Μόλις κάτσαμε, το γκαρσόνι πλησίασε και μου είπε σιγά στο αυτί: "Το μαγαζί δεν σερβίρει Άραβες"!
"Δυο μεγάλα ποτήρια λάγκερ!", παρήγγειλα δυνατά, σαν να μην άκουσα τι μου είπε.
Σε λίγο απ’ την παρέα των ασπρουλιάρηδων ακούστηκαν τρανταχτά γέλια.
"Τα παιδιά φαίνεται δεν καταλαβαίνουν τη γλώσσα μας! Τα καημένα, έπεσαν πάνω στην απεργία των μεταφραστών"!
Ο Μπόσκο με ψυχραιμία πάει προς τον πάγκο, αρπάζει ένα μπουκάλι μπύρας και το σπάει στην κόγχη. 
Στο χέρι του έμεινε ο λαιμός του μπουκαλιού μ’ ένα αξιοπρεπές κομμάτι γυαλιού...
Ο ένας ασπρουλιάρης κάτι είπε στα σκυλιά κι αυτά ήρθαν καταπάνω μας γρυλίζοντας απειλητικά και δείχνοντάς μας κάτι δόντια σαν κωλοδάχτυλα...
Τη συνέχεια τη θυμάμαι σαν κινηματογραφική ταινία.
Ο Μπόσκο άρπαξε το ένα σκυλί στον αέρα, το σήκωσε ψηλά και το εκσφενδόνισε στη βιτρίνα του καταστήματος. 
Εγώ ακολουθούσα με το κεφάλι μου την τροχιά που διέγραφε ο ιπτάμενος σκύλος. Αντιλήφθηκα πως σ’ αυτά τα δέκατα του δευτερολέπτου ο ένας ασπρουλιάρης με πλησίασε αστραπιαία και κάτι μου έκανε. Αλλά πόνο δεν ένιωσα...
Το βάλαμε αμέσως στα πόδια.
Σε δέκα λεπτά διαπίστωσα πως αιμορραγούσε μια βαθιά πληγή λίγο πάνω απ’ το λαρύγγι μου. 
Ευτυχώς η μαχαιριά δεν μου το έκοψε. Φαίνεται πως δεν είχα πει ακόμα τη μεγάλη σοφία για την οποία είχα έρθει στον κόσμο...
Ο κοινός κίνδυνος δεν ήταν αρκετός να γεφυρώσει τις διαφορές μου με τον Μπόσκο. Κάποιες φορές αγαπιόμασταν, αλλά κατά βάθος μισούσε ο ένας τον άλλον. Χωρίς κάποια εμφανή αιτία.
Μπήκαμε σ’ ένα φαρμακείο, μου έδεσαν την πληγή, πήγαμε ως το λιμάνι κι εκεί, έτσι στο ξεκούδουνο, με πέταξε έξω απ’ τ’ αμάξι.
Κατάφερα να φτάσω στο πλοίο. Σε λίγο ψηνόμουν στον πυρετό. Ο γιατρός είπε πως το τραύμα ενεργοποίησε μια ακόμα κρίση μαύρου πυρετού...

Δεν υπάρχουν σχόλια: