Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (Β’ - Όταν μου τραβάν μαχαίρι εγώ καβλώνω!)

Απ’ το Θησείο περνάω απέναντι στο Γκάζι. Γμτ μου... η περιοχή έγινε εντελώς κωλοχανείο!
Εγώ ζω σε μια εντελώς άλλη εποχή: στο προπολεμικό Γκάζι. Τότε που πίσω απ’ τον τοίχο του Φωταερίου γινόταν ζωοπανήγυρη. Πουλούσαν γαϊδούρια, μουλάρια, σανό, σαμάρια, χαλινά...
Και πιο κάτω, στις σιδηροδρομικές γραμμές ήταν το "γκέτο". Αν σου κόταγε ας πέρναγες από κει...
Κόβω μέσα στα στενάκια. Σπίτια παλιά, ακατοίκητα, ερειπωμένα.
Κολλάω σ’ ένα ετοιμόρροπο με παλιά ξύλινη πόρτα με το σιδερένιο κρίκο ακόμα πάνω της. Εδώ φαίνεται οι παλιοί ένοικοι έδεναν το γαϊδουράκι τους.
Σπρώχνω. Μπαίνω στην αυλή. Στη μέση ένα άχρηστο πηγάδι με το σκουριασμένο μαγκάνι του. Μια χτικιασμένη συκιά.  Ένα μισογκρεμισμένο πλυσταριό. Σοβάδες κρέμονται από παντού...
Ξαφνικά αναδεύεται μια κουρτίνα. Ένας κοκαλιάρης γέρος εμφανίζεται φορώντας κάτι σαν άσπρο φέσι. Μου κάνει νόημα να μπω. Μιλάει μισοελληνικά μισοτούρκικα.
Μπαίνω. Σ’ ένα δωμά οκτώ νομά. Ο αργιλές στη μέση χοχλάζει. Θαμπά ντουμάνια ανεβαίνουν με κυκλική κίνηση προς το νταβάνι. Αράζω κατάχαμα σ’ ένα καφετί μαξιλάρι.
Το μαρκούτσι βολτάρει από στόμα σε στόμα. Λιγωμένες ξερακιανές μούρες τραβούν πηχτές ρουφηξιές. Το καίνε, κι απ’ τη μυρουδιά πάνε να σπάσουν τα μηλίγγια σου.
Ένας μουστακαλής με σκουντάει και μου τον πασάρει για μια τζούρα. Το σάλιο πήζει απ’ τον αργιλέ.
Το γυαλί στη μέση του δωματίου έχει φορτωθεί κόχλες. 
Απ’ το πουθενά εμφανίζεται ένα κοριτσάκι. Ξυπόλυτο. Δεν πρέπει να ’ναι πάνω από δεκατριών. Φοράει μια κλαρωτή τσιγγάνικη φουστίτσα. Κρατάει ένα δίσκο και μας κερνάει. Ο κοκαλιάρης γέρος πιάνει και γρατσουνάει ένα παλιομπούζουκο. 
Η μικρή παρατάει το δίσκο, παίρνει τη μασιά κι αλλάζει τα καρβουνάκια στο λουλά.
Είμαι ήδη ζαλισμένος. Την κοιτάζω κι αναστενάζω. 
Εκείνη βλέπει λοξά το γέρο που της κάνει νόημα με το κεφάλι. Το κορίτσι αρχίζει να με πλησιάζει χορεύοντας. Βγάζω ένα χαρτονόμισμα και τ’ αφήνω στο δίσκο. Με πιάνει απαλά απ’ το χέρι και με πάει στο διπλανό δωμάτιο. Το μπουζούκι του γέρου δυναμώνει την ένταση...
Κάποια ώρα αποφασίζω να πάρω το δρόμο του γυρισμού. Έξω θεοσκότεινα. Κάπου σκοντάφτω. Ένα πρεζόνι στο πεζοδρόμιο βαράει ένεση στην πατούσα. Και παραδίπλα ένα άλλο σφίγγει το λάστιχο στο μπράτσο κι η φλέβα έχει ήδη πεταχτεί.
Στο απέναντι πεζοδρόμιο ένας μαλάκας με κόβει απ’ την κορφή ως τα νύχια. Έτσι κοντός που είμαι δεν του γεμίζω το μάτι. Τραβάει μαχαίρι. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν χρειάζονται διαπραγματεύσεις. Βγάζω το ρολόι και το πετάω στα πόδια του.
Απ’ τη  φάση έχω ξελαμπικάρει. Μου ανέβηκε η αδρεναλίνη και ξανακάβλωσα.
Αποφασίζω να μην πάω προς Ζωγράφου. Το κόβω με τα πόδια για Κολωνό. Στο λοφάκι με τα χαμηλά πεύκα. Εκεί συχνάζουν τέτοια ώρα αγοράκια που ψάχνουν για χαρτζιλίκι. Για χαρτζιλίκι και άσπρη...

Δεν υπάρχουν σχόλια: