Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (Δ΄ - Με τη θολοκουλτούρα των Εξαρχείων)

Γενικώς δεν γουστάρω τα κουλτουριάρικα πάρτι των Εξαρχείων. Αλλά δέχθηκα αφόρητες πιέσεις των κολλητών και υποχώρησα.
Φτάσαμε κατά τις 11 το βράδυ με μερικά μπουκάλια λαθραίο ουίσκι και λίγα κλωνάρια "καλαματιανό".
Εκεί μέσα ήταν όλοι χρήστες παράνομων ουσιών. Ένας μικρόκοσμος βυθισμένος στην ασημαντότητά του. Με άφηνε παντελώς ασυγκίνητο...
Σκάναρα τους θαμώνες. 
Δυστυχώς δεν μπορώ ν’ ασχοληθώ με άτομα που δεν μου προκαλεί το ενδιαφέρον η εξωτερική τους εμφάνιση ή το πνεύμα τους. Θέλω υποχρεωτικά οι άνθρωποι να γαμούν ή την ψωλή ή το μυαλό μου. Αλλιώς δεν ...
Εκεί μέσα μόνο μια τύπισσα ήταν κάπως ερωτεύσιμη. Κι όλοι προσπαθούσαν να την πλησιάσουν χρησιμοποιώντας χίλιες-δυο μαλακίες για να κερδίσουν την προσοχή της.
Εγώ καραγκιοζλίκια δεν θα κάνω. 
Τυλίγω σε δυο μεγάλα τσιγαρόχαρτα καπνό με χόρτο και της το προσφέρω. Το τσιγαριλίκι άρχισε να κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα με τη φορά των δεικτών του ρολογιού.
Το χασίσι ενώνει τους ανθρώπους μόνο αν έχουν καλή διάθεση. Διαφορετικά τους ρίχνει σε ενδοσκόπηση και τους απομονώνει.
Είχα αρχίσει να βαριέμαι τη χασισοφιλοσοφία όταν η τύπισσα με πλησίασε, έβγαλε απ’ τη τσάντα της μια ζελατίνα κι από κει τράβηξε μια κάρτα με διακεκομμένα τετράγωνα χαρτάκια. Έβγαλε το χαρτάκι και μ’ ένα ξυράφι το χώρισε στα δυο.
Έβαλε το ένα στο στόμα της και το άλλο στο δικό μου. Το ένιωσα να διαλύεται στον ουρανίσκο. Κατάλαβα πως ήταν Ελ-Εσ-Ντι.
Αυτός ο διάολος, όσο ορθολογιστής κι αν είσαι, σε ρίχνει στις μεταφυσικές αναζητήσεις. Απ’ το πουθενά αρχίζεις να συζητάς για έρωτα, ζωή και θάνατο. Και καταλήγεις πάντα στο συμπέρασμα πως ο θάνατος είν’ αυτός που ενώνει τους ανθρώπους.
Ευτυχώς σύντομα "ξεκόλλησα", παράτησα τους θανάτους κι άρχισα να αισθάνομαι έντονη επιθυμία για σεξ. Αν κι ένιωθα ακόμα "λίγο χαμένος", κατέβηκα μέχρι τη Σόλωνος στην πιάτσα με τις πουτάνες.
Διάλεξα μία του γούστου μου. Το βλέμμα της είχε τη σκληράδα του δρόμου.
"Θα σε παρακαλούσα να μου δώσεις τα μισά προκαταβολικά", μου είπε, "γιατί είμαι άρρωστη και πρέπει ν’ αγοράσω λίγη πρέζα για να λειτουργήσω".
Κόβουμε στη Μπενάκη, στον πεζόδρομο βρίσκουμε τον γνωστό τύπο αραβικής καταγωγής, του δίνουμε τα λεφτά και σε πέντε λεπτά έρχεται με το "πράγμα".
Πηγαίνουμε παραδίπλα σ’ ένα ερειπωμένο εγκαταλειμμένο διώροφο. Η τύπισσα ξέρει τα κατατόπια. Ανάβει αναπτήρα και προχωράει προς την κουζίνα. Την ακολουθώ.
Ανοίγει ένα ξεχαρβαλωμένο ντουλάπι, βγάζει κάτι κεριά, ένα καλαμάκι κι έναν σουγιά. Διέλυσε με τον σουγιά την πρέζα μέχρι να γίνει λεπτή σκόνη σαν πούδρα. Και τη σνίφαρε με το καλαμάκι.
Ακούμπησε ανακουφισμένη με την πλάτη στον τοίχο. 
"Σε δέκα λεπτά θα είμαι τελείως εντάξει", μου είπε. "Σ’ ευχαριστώ για την κατανόηση, θα σε περιποιηθώ ιδιαίτερα!"...

2 σχόλια:

akrat είπε...

μεγάλο κόλημα η τσάρκα...

αυτά είναι φίνες δουλιές

Πτωχός τω πνεύματι είπε...

Ακόμα δεν αρχίσαμε να λέμε
για "τσάρκες"...