Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (E’ - Οι ρεμπέτες ήταν ξεπεσμένοι μάγκες)

 
Δύσκολη βραδιά η χθεσινή. Λίγο η ζέστη, λίγο ο σεβντάς με έσπρωξαν ν’ αφήσω πίσω μου τις πιάτσες της Αθήνας και να κατέβω Περαία μεριά.
Ολομόναχος. Δεν είχα όρεξη για παρέες και μπλα μπλα. Καβάλησα τρένα, λεωφορεία και τρόλεϊ και βρέθηκα στην περιοχή πέρα απ’ το Τελωνείο. Στα "Καρβουνιάρικα", την Ακτή Ξαβιέρου, τον Προλιμένα, μέχρι τα περιβόητα βράχια της Πειραϊκής...
Αυτή η περιοχή προπολεμικά ήταν πολύ ζόρικη. Εδώ έδεναν τα ελληνικά και ξένα πολεμικά, κι έβλεπες στη σειρά εργοστάσια, μηχανουργεία, καρνάγια. Εδώ ήταν το καταφύγιο και ορμητήριο της λιμανίσιας εγκληματικότητας. 
Εδώ σύχναζαν τα μεγαλύτερα μούτρα του Πειραιά. Μάγκες, νταήδες, μόρτες, σωματέμποροι, λαθρέμποροι, χασισέμποροι, φυγόδικοι, αλάνια, πεταλουδίτσες της νύχτας.
Ήταν ξακουστοί οι φοβεροί βαρκάρηδες της Ξαβιέρου, που πάντα είχαν απάνω τους μια δίκοπη μαχαίρα, "ισόβια" την έλεγαν. Αυτοί έκαναν όλη τη δουλειά του λαθρεμπορίου με τα ξένα φορτηγά που είτε άφηναν το "εμπόρευμα" σε απόμερα σημεία της Αίγινας, είτε τα παρέδιδαν μεσοπέλαγα...
Εδώ τα μαχαιρώματα κι οι φόνοι ήταν φαινόμενο καθημερινό. Πολλές φορές χωρίς καν αιτία. Έτσι, γιατί απλά ... "πέρασες και δε με χαιρέτισες"!
Τα βράχια της Πειραϊκής, όπως κι εκείνα της Δραπετσώνας και του Κερατσινίου, ήταν η "μητρόπολη της παλιάς μαγκιάς". Στις σπηλιές κρύβονταν ή έβρισκαν καταφύγιο όλοι οι φυγόποινοι, φυγόστρατοι, εγκληματίες, πρεζάκια... Και φυσικά κάθε είδους απόκληρος και κατατρεγμένος.
Ανάμεσα στα βράχια υπήρχαν πολλές δαιδαλώδεις σπηλιές.  Στις μεγαλύτερες, ανετότερες και ασφαλέστερες, με τις περισσότερες εξόδους διαφυγής, έμεναν τα "μεγαλύτερα μαχαίρια" της πιάτσας. Οι νταήδες των νταήδων. Μαχαιροβγάλτες αιματοβαμμένοι, που όσους περισσότερους φόνους έκαναν ("καθαριότητες" τις έλεγαν) τόσο πιο πολύ αυξανόταν το κύρος τους στον υπόκοσμο.
"Φίνο παιδί ο Τάσος"
"Σίγουρα;"
"Βέβαια, έχει κάνει τριάντα καθαριότητες"
"Δεν το ’ξερα, μπράβο του"
Οι πραγματικοί μάγκες ήταν συνειδητοποιημένοι αντιεξουσιαστές, αντισυμβατικοί, μισούσαν τη δουλειά, ένα συνεχές "άντε και γαμηθείτε" η ζωή τους. Δεν ήταν πολιτικοποιημένοι, δεν ονειρεύονταν να σώσουν τον κόσμο, δεν είχαν να προτείνουν τίποτα.
Είχαν περπατησιά τσαμπουκαλεμένη, φρόντιζαν ιδιαιτέρως το μουστάκι τους και την κάμα τους, το δίκωπο μαχαίρι. Συχνά χάραζαν στη λαβή της διάφορες φρασούλες. "Αχ βαχ, έτος δίσεκτον" και τα τοιαύτα...
Αλλά υπήρχαν και ξεπεσμένοι μάγκες. Αυτοί γίνονταν μπράβοι και μαγκουροφόροι τρομοκράτες στην υπηρεσία του παρακράτους ή διάφορων δεξιών πολιτευτών.
Ένας γεροντόμαγκας, από τους τελευταίους εν ζωή, μου έλεγε τις προάλλες πως οι ρεμπέτες ήταν κι αυτοί ξεπεσμένοι μάγκες. Ήταν περισσότερο αλάνια, ρεμπεσκέδες, πουτσαρά μπουλούκ. Στα ζόρικα ήταν κότες. Απέφευγαν τους τσαμπουκάδες και γι’ αυτό τα ποινικά τους μητρώα δεν είχαν μεγάλες ποινές.
Επί Κατοχής, μου είπε, οι περισσότεροι ρεμπέτες έγιναν μαυραγορίτες και ρουφιάνοι. Δεν είναι τυχαίο πως στα τότε ρεμπετάδικα διασκέδαζαν σχεδόν αποκλειστικά οι Ταγματασφαλίτες. Οι αντιστασιακοί έλεγαν άλλα τραγουδάκια, σε ρυθμούς ρούσικων εμβατηρίων.
Αλλά και μεταπολεμικά οι ρεμπέτες έδειξαν τον ξεπεσμό τους. Κουστουμαρίστηκαν, προσπαθούσαν να εντυπωσιάσουν τους γλυκανάλατους αστούς τύπου Χατζιδάκη, και τους ενδιέφεραν μόνο τα λεφτά, το γλέντι, το μαυράκι και κανένα γκομενάκι.
Ο σοβαρός μάγκας παίζει μπουζούκι και τραγουδάει μόνο για πάρτη του και για τους κολλητούς του. Δεν γίνεται διασκεδαστής-καραγκιόζης των μπουρζουάδων, σαν τα χάλια του Ζαμπέτα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: