Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Κατακαλόκαιρο στις πιάτσες της Αθήνας (Ζ’ - Πάλι ντότρια ήφερα!)

Καιρό έχω να περάσω απ’ το Μεταξουργείο.
Την τελευταία φορά είχα έρθει με γκόμενα Βου-Που για να την ξεψαρώσω.  
Αϊδίασε με το μέρος που την πήγα. "Εδώ θα ψοφήσεις!", μου είπε. "Εδώ θα ψοφήσεις, σε τούτη την πλατεία με τα άθλια παγκάκια!". 
Σήκωσε το χέρι της, σταμάτησε ένα ταξί, έφυγε κι από τότε δεν την ξανάδα...
Παλιότερα είχα ξανάρθει εδώ με μια πολύ ωραία γκομενίτσα, σουηδέζα ελληνικής καταγωγής. Το έπαιζε φεμινίστρια, οικολόγα κι ακτιβίστρια.
Κάποια στιγμή, εντελώς αυθόρμητα, θέλησα να καθαρίσω το λαιμό μου και έριξα μια ροχάλα στο πεζοδρόμιο. 
Η μικρά έφριξε. "Γιατί δε χρησιμοποιείς το μαντήλι σου;", με ρώτησε.
"Μα δεν έχω μαντήλι!"
Την άλλη μέρα πέταξε για Σουηδία. Βλέπετε δεν μπορούσε να υποφέρει ένα λαό που φτύνει στους δρόμους αντί στα μαντηλάκια του...
Κοιτάζω τους ανθρώπους γύρω μου. Κανείς γνωστός πλέον. Τους έφαγε η μεταδημότευση, η ξενιτιά, η φυλακή, το τρελάδικο...
Μόνο κάτι παιδάκια αλλοδαπά παίζουν τα πρώτα αγγίγματα της ζωής τους. Αυτοί μάλλον θα είναι οι αυριανοί Έλληνες. Φαίνονται πως θα γίνουν ζόρικα αντράκια αλλά εγώ νοσταλγώ τα παλιά κουτσάβια της περιοχής. Αυτά που γνώρισα στα χρόνια της ακμής μου, που ζήσαμε μαζί και πέντε καταστασούλες...
Ψάχνω την παλιά μπαρμπουτιέρα. Ευτυχώς λειτουργεί ακόμα. 
"Μαστουρωμένους δεν δεχόμαστε!", μου λέει ο τσιλιαδόρος.
"Καθαρός είμαι", του λέω, και μπουκάρω με τον αέρα του παλιού θαμώνα.
Ένα δωμάτιο υπόγειο δίπλα στο λεβητοστάσιο. Κοιτάω ένα γύρω μου. Φάτσες τελείως άγνωστες. 
Μόνο ένας κάτι πάει να μου φέρει στο μυαλό. Τον θυμάμαι απ’ την πλατεία Βάθης. Μεθούσε ο καριόλης και πήγαινε και γαμούσε τη γυναίκα του μπροστά στα μωρά παιδάκια τους.
Όπα! Να κι ο Βάρσος! Ένα ρεμάλι που πριν με γνωρίσει φούμερνε ό,τι να ’ναι. Εγώ τον έμαθα να τραβάει το "καλό", τον "δυναμίτη". Κι από τότε είναι συνεχώς με κεφάλα ο δικός μου...
Σιγά-σιγά αρχίζω να θυμάμαι κάτι παλιές μούρες. Έχουν αλλάξει πολύ. Οι καταχρήσεις, οι ουσίες και τα ζόρια της ζωής τούς έχουν γεράσει πρόωρα.
Ο "Γκεβάρα" (έτσι γούσταρε να τον φωνάζουμε) φοράει ακόμα εκείνο το αμπέχονο του στρατού!
Κάναμε το 1992 μαζί νυχτερινό περίπολο, φουμέρναμε αβέρτα τσιγάρες, πέφτουμε πάνω στο Διοικητή, κι ο Γκεβάρα χώνει το αναμμένο τσιγάρο στην τσέπη του. Ε, ακόμα υπάρχει η τρύπα απ’ την κάφτρα...
Πλησιάζω την πράσινη τσόχα κι αποφασίζω να κάνω παιχνίδι. Είμαι σκληρό καρύδι. Δεν μου αρέσουν οι πολλές τσιριμόνιες. Παίζω όλα όσα έχω μία κι έξω. 
Πιάνω τα ζάρια, φτύνω τη χούφτα μου, τα κουνάω δίπλα στο δεξιό μου αυτί και γενικά κάνω όλα τα γούρικα τελετουργικά. Τ’ αμολάω, γκελάρουν... τζίφος! Έμεινα πανί με πανί. Όπως και να το κάνουμε μου κακοφάνηκε.
Καθώς φεύγω ο τσιλιαδόρος θέλει να μου δώσει μια συμβουλή: "Άμα τα πονάς τα λάχανα, να μην παίζεις φίλε!".
"Δεν μας χέζεις κι εσύ ρε νταλάρα"...

Δεν υπάρχουν σχόλια: