Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Μια οκά αρχίδια...

Μικρός πήγαινα στον Ιππόδρομο, στο Δέλτα Φαλήρου. Από τότε που μετακόμισε δεν ξαναπάτησα.
Τον τελευταίο καιρό τη βρίσκω στο καζίνο. Δεν ψάχνω την καλή. Απλά να βγάζω τις μπύρες και τα τσίπουρα της βδομάδας...
Είμαι λαϊκός τύπος και δεν πολυκολλάω στη φάση. Αλλά το παλεύω ν’ αποκτήσω στυλ. Φοράω κουστούμι απλό και άνετο. Δε μιλάω σε κανέναν. Μόνο στον εαυτό μου χαμογελάω πού και πού. 
Προσπαθώ να μένω αξιοπρεπής και στο κέρδος και στη χασούρα. Και να εξαφανίζομαι εντελώς ξαφνικά, αφήνοντας πίσω μου μια λάμψη. 
Δεν δείχνω ούτε νέος ούτε γέρος. Είμαι στην ακαθόριστη ηλικία του πραγματικού άντρα. Αλλά οι έμπειροι μπορούν να διακρίνουν κάτω απ’ το φροντισμένο παρουσιαστικό μου τα χνάρια των βρόμικων δρόμων...
Μπαίνω στο καζίνο με ξένη νοικιασμένη ταυτότητα. Έχω τους λόγους μου. 
Κάνω προσπάθεια όλα τα μέλη μου να κινούνται ανέμελα. Να μοιάζω σαν άδολο κι απονήρευτο ζωάκι. Αλλά κάτι τζιμάνια δεν ξεγελιούνται. Καταλαβαίνουν αμέσως με τι πατημένο σκατό έχουν να κάνουν...
Νιώθω ακόμα ωραίος. Αυτό κανείς δεν θα μου το βγάλει απ’ το μυαλό. Κάποτε μπορούσα να έχω όποια γυναίκα ήθελα. Τώρα μπορεί να με έχει όποια γυναίκα με θέλει...
Περνάω φάση που δεν θέλω και πολλά νταραβέρια με γυναίκες. Έτσι αποφεύγω τα μπλεξίματα και τις φασαρίες. Αλλά όπως συμβαίνει πάντα, όταν είσαι χαλαρός κι ανέμελος, όταν δεν δείχνεις απελπισμένος αλλά χορτασμένος, οι γυναίκες πέφτουν πάνω σου σαν ακρίδες...
Απόψε τσέπωσα κάμποσα "λάχανα". Είχα ρέντα δικέ μου. Πετάω τα κουστούμια, ξαναφοράω τα τριμμένα τζινάκια και βουρ για τα προσφιλή μου μέρη. Εκεί που αισθάνομαι οικεία και πραγματικά άνετα: στα λιμάνια, στα υπεραστικά ΚΤΕΛ, στους σταθμούς των τρένων. Εκεί είναι οι πόρτες που σε μπάζουν και σε βγάζουν στον κόσμο...
Στις τρεις τα ξημερώματα όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά. Στις πέντε το πρωί όλα έχουν κριθεί. Η πιο κρίσιμη ώρα είναι στις τέσσερις. Τότε πρέπει να πάρεις τις μεγάλες αποφάσεις...
Έχω πείρα στην καταστροφή. Ξέρω πως δεν θ’ αργήσω να βρω την πουτάνα που την έχω "μόνιμη" εδώ και 20 χρόνια! Είμαστε σαν παντρεμένοι. Όταν έμαθε πως πηγαίνω και με άλλες, μου έκανε χοντρή σκηνή. Στο τέλος συμβιβάστηκε. Συμφωνήσαμε πως θα τρώμε μαζί κάθε Κυριακή μεσημέρι...
Την βρήκα να κάνει πιάτσα στη Σαρρή στου Ψειρή. Την πήγα σε μια μπυραρία. Η κάνουλα γέμιζε τα ποτήρια μας με θόρυβο σαν άλογο που κατουράει.
Κοίταζα τα μεγάλα καταδεκτικά της βυζιά βαριεστημένα. "Σούζη", της λέω, "δεν τη βρίσκω πλέον μαζί σου. Θέλω μια καινούργια. Μόνο εσύ ξέρεις τα χούγια μου, άρα εσύ θα μου βρεις την κατάλληλη".
"Έχεις γαμήσει ποτέ άντρα;", μου κάνει. "Το ξεκίνησα στο στρατό. Είχαμε έναν τύπο, δεν ξέρω πως ξέφυγε απ’ το κωλοβυθόμετρο, αλλά δεν χάλαγε χατίρι κανενός. Έπαιρνε σβάρνα τις σκοπιές και ρουφούσε σπέρμα. Σε μένα και σε κάποιους λίγους έδινε και κώλο. Μετά απ’ το στρατό δεν το ’χω κάνει σύστημα".
"Καλά...", μου λέει, και κατεβάζει την τελευταία της μπύρα. 
Με παίρνει απ’ το χεράκι, βγαίνουμε απ’ το μαγαζί και με πάει σε μια πορτούλα δίπλα στο ραδιοφωνικό σταθμό "Στο Κόκκινο". Μόλις μπαίνουμε, ένα άτομο απροσδιορίστου φύλου μού φωνάζει "εικοσάευρω το πήδημα, πενηντάρικο η παρτούζα". 
Η Σούζη δεν του δίνει σημασία, με ανεβάζει σε κάτι σκαλάκια και με μπάζει σ’ ένα δωματιάκι με παρκέ. Μια κοντοκουρεμένη τύπισσα κάθεται κατάχαμα, καπνίζει και πίνει κόκα-κόλα. 
"Να μου τον περιποιηθείς ιδιαιτέρως", της λέει η Σούζη και φεύγει. 
Μένω μόνος με το αγοροκόριτσο. Την πλησιάζω, την γυρνάω μπρούμυτα, πάω να της χαϊδέψω το μουνάκι και πιάνω μια οκά αρχίδια...

Δεν υπάρχουν σχόλια: