Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Φασιστικό ξεπλυμένο άχυρο...

Δε λέω, καλοί οι μετανάστες, ανανέωσαν αρκετά την Αθήνα, έσπασε για τα καλά η καφρίλα και η γραικίλα!
Αλλά, μάγκες μου, οι τουρίστες είναι άλλο πράμα. Ανεβάζουν την ψυχολογία της πόλης μας κατακόρυφα. 
Ιδίως αυτές οι θεές που δεν τις μουρνταρεύει ο κάθε Γερούν του βορά και περιμένουν να καλοκαιριάσει για να κατέβουν στα ζεστά κλίματα να ποτιστούν λιγάκι τα κορίτσια...
Κυριακή πρωί πάω σ’ ένα καφέ στο Κουκάκι να πιω το νεσκαφέδι μου. Κλασικός κάγκουρας, απλώνω τα σέα μου στο τραπέζι... κινητά, κλειδιά, κέρματα, ρολόγια κ.λπ.
Η καφετέρια απελπισία. Σκέτος αρχιδόκαμπος. Καμιά δεκαριά ελεεινά μπακούρια ήμασταν, αξιολύπητα και αναξιογάμητα...
Ώσπου εντελώς ξαφνικά σκάει μύτη μια θεά. Μιλάμε τώρα για πραγματική θεά. Σαν την οσία Μαρία την Αιγυπτία πριν την σταφιδιάσουν οι νηστείες...
Οι αρχιμαλάκες θαμώνες κρεμάνε τα σαγόνια μέχρι τον αφαλό. Φέρτε πατσαβούρες να μαζέψουμε τα σάλια τους.
Παθαίνω κι εγώ κοκομπλόκο, αλλά λέω μέσα μου: "χαμένος από χέρι είσαι δικέ μου, αλλά πάλεψέ το απ’ την ανάποδη"! Οπότε παίρνω στυλάκι βαρύ κι ασήκωτο... του στιλ ... δεν σας ξέρω κυρία μου, ποια είστε;
Η τύπισσα για έναν ανεξήγητο λόγο έρχεται προς το μέρος μου και ρωτά αν έχω ώρα. 
Στο τραπέζι φόρα παρτίδα το ρολόι και το κινητό, αλλά εγώ ρίχνω πάνω της τη βαριά σκιά την αρβανίτικη και της απαντώ ξερά, χωρίς καν να σηκώσω τα μάτια μου απ’ την εφημερίδα... "όχι, δεν έχω"!
Το γκομενάκι κεραυνοβολήθηκε. Βρήκε φαίνεται αυτό που έψαχνε. Στην πατρίδα της, την Ολλανδία, οι άντρες ήταν αδιάφοροι και άνοστοι. Κι εδώ ο τόπος γεμάτος λιγούρια, τρέχουν πίσω της σα σκυλάκια. 
Αλλά αυτό το ατίθασο αλογάκι γούσταρε έναν να της κρατήσει γερά τα γκέμια.
Έκατσε απέναντί μου και δεν ξεκολλούσε τα μάτια της από πάνω μου.
Αλλά εγώ ανελέητος. Βράχος. Η στάση του σώματός μου δεν άφηνε περιθώρια για παρεξηγήσεις. "Ναι, κυρά μου, σε γουστάρω, αλλά όχι πολλά-πολλά. Δεν πρόκειται ν’ ανοίξουμε κουβέντα για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Μόλις υγρανθείς φώναξέ με ν’ αναλάβω τα υπόλοιπα..."
Εντάξει, δεν το παρατράβηξα. Μπορεί να είμαστε αρβανίτες Μπιθεκούρες, αλλά έχουμε και μια σταγόνα σπέρματος απ’ τον ξένιο Δία.
Την έφερα στην ταβερνούλα της πλατείας Θεάτρου, στην "Κληματαριά".
Πήγαιναν όλα καλά ώσπου η κουβέντα έφτασε στις πρόσφατες εκλογές της Ολλανδίας. Απ’ ό,τι κατάλαβα δεν ψήφισε "σωστά". Ξενέρωσα, την καληνύχτισα και την άφησα απότιστη. 
Μωρέ καλύτερα Λούξεμπουργκ με ταγάρι και γουρουνότριχα στη γάμπα παρά αυτά τα φασιστικά ξεπλυμένα άχυρα...

Δεν υπάρχουν σχόλια: