Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

Το αξιογάμητο του πρωτάρη!

Δεν θυμάμαι αν απ’ τον ιππόδρομο άρχισα να διαβάζω Μπουκόφσκι ή αν απ’ τον Μπουκόφσκι άρχιζα να παίζω ιππόδρομο.
Σίγουρα όμως θυμάμαι την πρώτη φορά που μπήκα στο ιπποδρόμιο. Τότε ήταν στο Δέλτα Φαλήρου, εκεί που σήμερα είναι το κωλοϊδρυμα του Νιάρχου...
Σίγουρα θα ’χετε ακούσει για την τύχη του πρωτάρη. Ισχύει! Σας το δηλώνω με πάσα υπευθυνότητα και βεβαιότητα.
Αλλά εγώ κάτι τέτοια δεν τα καταπίνω αμάσητα. Κάθομαι και τ αναλύω εις βάθος. Τι σκατά είναι αυτό που λέμε "τύχη του πρωτάρη"; Θα σας το εξηγήσω με πολύ απλά λόγια.
Όλο το μυστικό πριν παίξεις τζόγο είναι να μπορείς να οραματιστείς τα νούμερα ή τ’ άλογα που θα νικήσουν. Κι αυτό είναι εφικτό. Αλλά απαιτείται αθωότητα και καθαρότητα. Αυτό ακριβώς είναι η τύχη του πρωτάρη.
Έτσι κι εγώ, παιδάκι άβγαλτο κι αθώο τότε, μπήκα στον ιππόδρομο και κοίταζα αριστερά και δεξιά σαν ηλίθιος. Δεν ήμουν όμως ηλίθιος. Αθώος ήμουν!
Έμπαινα σα νεογέννητο μωρό σ’ έναν κόσμο καινούργιο κι άγνωστο. Οι αλογομούρηδες δίπλα ξεφύλλιζαν ιπποδρομιακά περιοδικά, συνέκριναν χρόνους, διέδιδαν φήμες. 
Ενώ εγώ ήμουν τελείως άδειος, χωρίς σχέδια και συστήματα. Και πρωτοστοιχημάτισα στο δίδυμο Αστραχάν-Ντόλι. Και μ’ ένα κατοστάρικο έβγαλα, τότε, τριάντα χιλιάρικα...
Κείνη τη μέρα ό,τι έπαιζα έβγαινε! 
Το μυαλό μου δεν είχε ακόμα πονηρέψει, ήταν καθαρό και γαλήνιο, δεν το είχε κυριεύσει η χολέρα της αρπαγής και της πλεονεξίας. Λειτουργούσα περισσότερο με την καρδιά, αυτό το παράξενο μέρος του σώματός μας που σπάνια μας προδίδει...
Το παιχνίδι δεν ήταν καθόλου απλό. Απλός ήμουν εγώ ο ίδιος. Κι η ζωή αγαπάει και ανταμείβει τους απλούς!
Δυστυχώς, όμως, η πρώτη έντονη γεύση του εύκολου κέρδους ήταν και το απαγορευμένο μήλο του παραδείσου. 
Όταν ο πρωτάρης αρχίζει ν’ αποκτάει γνώση του παιχνιδιού παύει αυτομάτως να είναι απλός, αγαθός κι ονειροπόλος. Γίνεται συμφεροντολόγος, πονηρός, αρχίζει να κυκλοφορεί με χαρτί και μολύβι, να προσπαθεί να μπει στα κόλπα, να μαντέψει τα στημένα. Και στο τέλος τα χάνει όλα...
Το ίδιο πάνω-κάτω γίνεται και με τις γυναίκες. 
Όσο ήμουν πρωτάρης έβγαζα τις ωραιότερες γκομενίτσες. Ήμουν χαλαρός, δεν φοβόμουν μην τις χάσω. Δεν αισθανόμουν πως αν μου φύγουν θα λιώσω σαν παγωτό που το ’βγαλαν απ’ το ψυγείο.
Όσο είχα πάντα τα κλειδιά στο χέρι και τη βαλιτσούλα μου έτοιμη για να φύγω, εκείνες έπεφταν στα πόδια μου.
Όταν άρχισα να σκέφτομαι υστερόβουλα, πονηρά, ξετσίπωτα, κτητικά, έγινε το μεγάλο κακό. Η αθωότητα χάθηκε, η τύχη του πρωτάρη με εγκατέλειψε, αξιογάμητο μουνί σπάνια χαίρονταν τα σκέλια μου...

Δεν υπάρχουν σχόλια: