Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Είμαι ο πρώτος εν Ελλάδι κομμουνιστής! Θα σέβεστε! (Γ’) - Μετά τον Λειβαδίτη, ήρθε στον ύπνο μου κι ο Ρίτσος!

Ήμασταν, λέει, σε μια πλατεία
σε κάποιο νησί, σαν των Σποράδων έμοιαζε.
Ο αγέρας έτριζε τις πόρτες,
απ’ τις τρύπες των παλτών μας
μπαινόβγαινε ο θάνατος
κι η γλώσσα μας στυφή, σαν το κυπαρισσόμηλο.
(Σε τούτο τον τόπο όλοι πεινάνε,
όλοι σκοτώνονται, μα κανείς δεν πεθαίνει).
Μπαίνουμε σ’ ένα καπηλειό.
Οι ναύτες πίνουν την πικροθάλασσα 
στην κούπα του Οδυσσέα.
Κερνούν ρακί τον θάνατο
στο καύκαλο του Διγενή Ακρίτα.
Κάθε άντρας έχει στο χέρι το ζερβί του χαραγμένο
-βελόνα τη βελόνα- μια κόκκινη γοργόνα.
Και τα κορίτσια τους έχουν μια χούφτα αλατισμένο νερό
κάτω απ’ τη φούστα τους.
Κι άξαφνα ένας ξένος έρχεται.
Στο πρόσωπό του λάμπει ο ιδρωμένος ήλιος.
τα μάτια του κόκκινα απ’ την αγρύπνια.
Μια χαρακιά ανάμεσα στα φρύδια του
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά
το λιόγερμα.
Κάτω απ’ τη μασχάλη του
κρατάει σφιχτά τον "Ριζοσπάστη",
όπως κρατάει ο εργάτης την τραγιάσκα του
μέσα στην εκκλησία.
"Ήρθε η ώρα σύντροφοι, να ’σαστε έτοιμοι"!
Αυτό είπε μόνο, κι έφυγε.
Στους ώμους του κουβάλαγε
το λαβωμένο καλοκαίρι.
Περπάταγε μπροστά απ’ τη σκιά του
σαν τα δελφίνια μπρος απ’ τα σκιαθίτικα καΐκια.
Στάζει πικρό το γάλα της συκιάς
κι ο αποσπερίτης έστριβε στα δάχτυλά του
τις ψυχές μας σαν τσιγάρο.
Ήμουν ο μόνος που τον γνώρισε.
Τον Γιάννη απ’ τη Μακρόνησο!
Είχε γεράσει.
Μα τον πρόδωσε κείνο το ρολόι
που κρεμόταν απ’ τη ζώνη του
κι έδειχνε μονίμως ώρα εφτά...

Δεν υπάρχουν σχόλια: