Κυριακή, 5 Αυγούστου 2018

Θαλασσόδεντρα...

Στο γυμνό νησί
ντυμένοι φτάσαμε
με το ρούχο της χαράς.
Και μείναμε κι εμείς γυμνοί
ευάλωτοι απ’ την προσμονή
ένα-ένα ανεβαίνοντας
της νύχτας τα σκαλιά.

Τ’ αερικά της νύχτας θα φωνάξω
μέσα σου κι απόψε θα λικνιστώ
τ’ όνειρο και πάλι θα φορέσω
πριν νυστάξει το τελευταίο μας φιλί...

Με τη σκέψη σου πλένω το μαγιό σου.
Με τη σκέψη σου το στεγνώνω.
Προσέχω να μην κάνει
ζαρωματιές και δίπλες...

Αγαπάς τις περίεργες σκέψεις,
αγαπάς τα περίεργα έντομα,
αγαπάς λίγο κι εμένα,
το μικρό σου κουτάκι
που το κουβαλάς στην τσαντούλα
με τα καλλυντικά σου...

Λες κάτι μικρό,
απαντώ με κάτι ασήμαντο.
Γελάς
κι εκείνο το μικρό λακκάκι στο σαγόνι σου
μου λέει ιστορίες παράξενες,
κι έτσι κοιμόμαστε
τόσο ερωτευμένοι
και τόσο αθώοι...

Μου δίνεις τα χείλη σου
γλείφω πληγές.
Με κοιτάς
μα εγώ κοιτάζω αλλού,
στις φωλιές της πέρδικας
και του τσαλαπετεινού,
κει που δεν φτάνει
του κόσμου η ανία.

"Ξέρω πως θα ’ρθει το φθινόπωρο",
μου λες.
Εσύ το αποφεύγεις
κι εγώ προσποιούμαι πως το ξεχνάω.
Τα βράδια μας
καλπάζουν σα μεθυσμένοι δρόμοι...

Η ευτυχία έρχεται στις μύτες των ποδιών της
ενώ ο χωρισμός με ποδοβολητά.
Προδομένη άνοιξη,
προσμονή του τίποτα
προσπαθώ να μαζέψω μιαν άσχετη σκέψη
σαν ρούχο πεταμένο.

Αδειάζουν οι ώρες,
οι βραδιές έρχονται πλέον δίχως αστέρια
μια ομπρέλα στάζει μοναξιά
βράχηκαν όλα μέσα μου.
Κάποτε μοιραζόμασταν ολόκληρα καλοκαίρια,
που αποδείχθηκαν θνητά.
Τώρα κάποιες φωτογραφίες μας
μοιράζονται ένα μίζερο συρτάρι...

Τα λόγια που δεν είπαμε
ορμούν τις νύχτες να με κατασπαράξουν.
Τραβώ πιο ψηλά τις κουβέρτες,
μπας και σκεπάσω τις θύμησες,
μπας και ξεφύγω απ’ την απελπισία μου...

Πού είσαι;
Εγώ είμαι εδώ.
Κάτω απ’ τα θαλασσόδεντρα
που φώναζες τ’ όνομά μου...  

Δεν υπάρχουν σχόλια: