Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Ένας μούτσος απ’ το Καρπενήσι! (Α’ - Τι κάνεις όταν σου ’χει σηκωθεί ως το λαιμό;)

Γεννήθηκα στεριανός. Στο Καρπενήσι. Πρωτόδα θάλασσα στα δεκάξι μου, λίγο έξω απ’ τη Λαμία.
Τα πλεούμενα τα ’λεγα "καράβια" ή "πλοία". Έτσι τα λεν οι στεριανοί. Μόνο οι ναυτικοί τα λεν "βαπόρια". Ή "παπόρια"...
Βαπόρι δεν μπορεί να ταξιδέψει χωρίς την "κορφή" του, τον καπετάνιο, και τον απόπατό του, το μούτσο. Μόνο που όλη τη δόξα την παίρνει ο πρώτος. Το τζόβενο είν’ ο βρομιάρης, ο κουρελής, ο ασουλούπωτος, ο τεμπέλης, ο βλάκας, ο μαλάκας...
Όταν ήμουν παιδί, το Καρπενήσι δεν ήταν σαν τώρα, η "νέα Αράχοβα". Ήταν μια κωμόπολη φτωχή, φουλ συντηρητική και θρησκόληπτη. Σε πάγωνε μια ερημιά σχιζοφρενική. Μίζερο περιβάλλον, άνθρωποι φιλήσυχοι, υπομονετικοί, μ’ ένα ευλαβές κύρτωμα θρησκευτικής ταπεινοφροσύνης, να σταυροκοπιούνται μπροστά στις εικόνες ανύπαρκτων αγίων.
Είδα κι έπαθα να πάψω να θεωρώ τη φτώχεια "ευλογία θεού", ν’ αποτινάξω από πάνω μου την κληρονομημένη κακομοιριά, ν’ αρχίζω να κοιτάω τις γυναίκες φυσιολογικά κι όχι απλά να τις "μπανίζω", ν’ αποτοξινωθώ απ’ το "εκκλησιαστικό όπιο"...
Όταν αποφάσισα να μπαρκάρω δεν ήξερα καν κολύμπι. Έκανα μπαμ από μακριά πως είμαι καρα-επαρχιώτης. Η κολόνια μυρτώ-λεμόνι που χρησιμοποιούσα με έκανε να μυρίζω σαν συνοικειακό κουρείο. Έμοιαζα με κότα μουδιασμένη που μόλις την είχε πηδήξει ο κόκορας!
Και βρέθηκα στο άγνωστο, πελαγωμένος και σαστισμένος, ν’ αγναντεύω το τίποτα.
Δεν ήμουν κανένα  παιδάκι μαλθακό, αλλά πώς να το κάνεις, όταν βρεθείς για πρώτη φορά στο άγνωστο χάος χέζεσαι πάνω σου!
Κι εγώ βρέθηκα πρωτάρης ανάμεσα σ’ ένα τσούρμο Χιώτες, ναυτικούς μ’ αρχίδια, που ξέραν όλα τα κόλπα, το θεριακλίκι, λιοκαμένοι, σιχτιρολόγοι, με ψυχραιμία αυθαδέστατη, τσακισμένοι απ’ την κούραση, στις πέντε κουβέντες που λέγανε οι τρεις μοιάζαν με αναστεναγμό...
Κι όσο τους έβλεπα έτσι, τόσο ζάρωνα και μούλωχνα...
Στην Ομόνοια που κατέβηκα να πάρω τον ηλεκτρικό για Περαία την έπεσα σε μια γκόμενα. Η φύση δεν αστειεύεται. Είχα τόση ξελιγωμάρα που μου ’χε φτάσει ως το λαιμό. Εκείνη αμέσως με "έκοψε": "Απόψε μπαρκάρεις χωριατάκο;"
Έφυγα τρέχοντας. 
Γυναίκα που σε καταλαβαίνει με τη μία, πριν καν της μιλήσεις, είναι πολύ επικίνδυνη. Είτε πολύ έξυπνη είτε μεγάλη πουτάνα...

3 σχόλια:

Ασυλλόγιστη είπε...

Αλοοοοοο Ασκαρούλη!

Επιστρέψαμε κι εμείς!

Είσαι λίγο τυρογαλάκος, έτσι;

Χρόνια σε περιμένω είπε...

Αυτές οι ιστορίες μάς αρέσουν

Δεν θέλουμε τραπεζούντες λεμεεεε

Πτωχός τω πνεύματι είπε...

Σπόρια, που μεγαλώσατε πια, η Τραπεζούντα
δεν έχει σχέση με τον τραπεζίτη σας που πονάει...