Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Ιστορίες ενός Εξαρχειόβιου! (Β΄ - Τη νύχτα που σπάζαμε τοίχους)

Καθόμαστε σ’ ένα βρόμικο δωμάτιο.
"Θέλω να σε κάνω να λιώνεις
και να σε κοιτάω", σου λέω.
Γλείφω το στήθος σου περιμετρικά,
σ’ απόσταση ασφαλείας απ’ τις ρώγες.
"Ξέρεις κάτι;", ξαναλέω,
"δεν θα ’λεγα όχι σ’ ένα στεγνοτσίμπουκο!".
Άναψα το τρεμάμενο τσιγάρο σου,
να ’χεις κάποιο φως 
να μη φοβάσαι...
Απόψε δεν θέλω να σου κάνω έρωτα
αλλά ένα ακόμη γαμήσι.
Πάνω στο σώμα σου ζωγραφίζω σκουπίδια,
πτώματα σε πεζοδρόμια,
μεθύσια άγρια,
ξεκοιλιασμένες γάτες,
ιδρωμένα "σ’ αγαπώ"...
Σ’ ευχαριστώ που θέλησες να χωρέσεις
στα στενά μου παπούτσια.
Σ’ ευχαριστώ που δεν μ’ αγάπησες πολύ
(ούτε καν λίγο),
που μ’ άφησες μόνον στα δύσκολα,
που θα μ’ εγκαταλείψεις
όταν θα σ’ έχω περισσότερο ανάγκη.
Σ’ ευχαριστώ που δεν ψάχνεις τρόπους
να μ’ εκδικηθείς.
Σ’ ευχαριστώ που δεν με παρακαλάς
να ξαναγυρίσω σε σένα.
Που πάντα με περιμένεις στωικά
σαν τα παλιά βιβλία μου στο ράφι...
Τα σαπισμένα εγκεφαλικά μου κύτταρα
πασχίζουν να βγουν από κάθε τρύπα μου.
Πολιτισμένα σου ζητώ
να βγάλεις το σκασμό.
Καταπίνω τη θάλασσα
και πνίγομαι...
Στο κορμί σου δεν κατοικώ -το ξέρεις-
μόνο επιστρέφω.
(Ο ζητιάνος στη γωνιά
μου λέει να είμαι ευγνώμων
που δεν με κλέβει!
Αλήθεια, πού είναι η δική του ευγνωμοσύνη
που τον έκανα ζητιάνο;)
Καρφώνεις τα μάτια σου στον τοίχο.
"Τι να υπάρχει από πίσω;", ρωτάς.
"Ό,τι υπάρχει πίσω απ’ οτιδήποτε", σου απαντώ.
"Ο μόνος τρόπος να το μάθεις είναι
να σπάσεις τον τοίχο!"
Ξαφνικά πετάγεσαι όρθια.
"Πώς ζεις εδώ μέσα;"
Ανοίγεις το παράθυρο κι αρχίζεις να πετάς 
στο δρόμο βιβλία, μπουκάλια, 
ενθύμια, βρώμικα πιάτα κι εσώρουχα.
"Τώρα δεν θα ζεις ανάμεσα στους πεθαμένους", 
μου λες.
"Τώρα μπορείς κι εσύ να φύγεις!",
σου απαντώ...

Δεν υπάρχουν σχόλια: